to deafen
Πλήρης κλίση του ρήματος κουφαίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κουφαίνω
εσύ κουφαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό κουφαίνει
εμείς κουφαίνουμε
εσείς κουφαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά κουφαίνουν / κουφαίνουνε
Παρατατικός
εγώ κούφαινα
εσύ κούφαινες
αυτός/αυτή/αυτό κούφαινε
εμείς κουφαίναμε
εσείς κουφαίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά κούφαιναν / κουφαίναν / κουφαίνανε
Αόριστος
εγώ κούφανα
εσύ κούφανες
αυτός/αυτή/αυτό κούφανε
εμείς κουφάναμε
εσείς κουφάνατε
αυτοί/αυτές/αυτά κούφαναν / κουφάναν / κουφάνανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κουφαίνω
εσύ θα κουφαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κουφαίνει
εμείς θα κουφαίνουμε
εσείς θα κουφαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κουφαίνουν / θα κουφαίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κουφάνω
εσύ θα κουφάνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κουφάνει
εμείς θα κουφάνουμε
εσείς θα κουφάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κουφάνουν / θα κουφάνουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κουφάνω
εσύ να κουφάνεις
αυτός/αυτή/αυτό να κουφάνει
εμείς να κουφάνουμε
εσείς να κουφάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κουφάνουν / κουφάνουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κουφάνει
εσύ έχεις κουφάνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κουφάνει
εμείς έχουμε κουφάνει
εσείς έχετε κουφάνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κουφάνει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κουφάνει
εσύ είχες κουφάνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κουφάνει
εμείς είχαμε κουφάνει
εσείς είχατε κουφάνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κουφάνει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κουφάνει
εσύ θα έχεις κουφάνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κουφάνει
εμείς θα έχουμε κουφάνει
εσείς θα έχετε κουφάνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κουφάνει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κούφαινε
(εσείς) κουφαίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κούφανε
(εσείς) κουφάνετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κουφαίνομαι
εσύ κουφαίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κουφαίνεται
εμείς κουφαινόμαστε
εσείς κουφαίνεστε / κουφαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κουφαίνονται
Παρατατικός
εγώ κουφαινόμουν / κουφαινόμουνα
εσύ κουφαινόσουν / κουφαινόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κουφαινόταν / κουφαινότανε
εμείς κουφαινόμασταν / κουφαινόμαστε
εσείς κουφαινόσασταν / κουφαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κουφαίνονταν / κουφαινόντουσαν
Αόριστος
εγώ κουφάθηκα
εσύ κουφάθηκες
αυτός/αυτή/αυτό κουφάθηκε
εμείς κουφαθήκαμε
εσείς κουφαθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κουφάθηκαν / κουφαθήκαν / κουφαθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κουφαίνομαι
εσύ θα κουφαίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κουφαίνεται
εμείς θα κουφαινόμαστε
εσείς θα κουφαίνεστε / θα κουφαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κουφαίνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κουφαθώ
εσύ θα κουφαθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κουφαθεί
εμείς θα κουφαθούμε
εσείς θα κουφαθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κουφαθούν / θα κουφαθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κουφαθώ
εσύ να κουφαθείς
αυτός/αυτή/αυτό να κουφαθεί
εμείς να κουφαθούμε
εσείς να κουφαθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κουφαθούν / κουφαθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κουφαθεί
εσύ έχεις κουφαθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κουφαθεί
εμείς έχουμε κουφαθεί
εσείς έχετε κουφαθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κουφαθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κουφαθεί
εσύ είχες κουφαθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κουφαθεί
εμείς είχαμε κουφαθεί
εσείς είχατε κουφαθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κουφαθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κουφαθεί
εσύ θα έχεις κουφαθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κουφαθεί
εμείς θα έχουμε κουφαθεί
εσείς θα έχετε κουφαθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κουφαθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) κουφαίνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) κουφαθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κουφαίνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας κουφάνει
Μετοχή παρακειμένου
κουφαμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
κουφάνει
Απαρέμφατο (παθητικό)
κουφαθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.