to gossip, to tittle-tattle, (to talk about third parties, often negatively)
Πλήρης κλίση του ρήματος κουτσομπολεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κουτσομπολεύω
εσύ κουτσομπολεύεις
αυτός/αυτή/αυτό κουτσομπολεύει
εμείς κουτσομπολεύουμε
εσείς κουτσομπολεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά κουτσομπολεύουν / κουτσομπολεύουνε
Παρατατικός
εγώ κουτσομπόλευα
εσύ κουτσομπόλευες
αυτός/αυτή/αυτό κουτσομπόλευε
εμείς κουτσομπολεύαμε
εσείς κουτσομπολεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά κουτσομπόλευαν / κουτσομπολεύαν / κουτσομπολεύανε
Αόριστος
εγώ κουτσομπόλεψα
εσύ κουτσομπόλεψες
αυτός/αυτή/αυτό κουτσομπόλεψε
εμείς κουτσομπολέψαμε
εσείς κουτσομπολέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά κουτσομπόλεψαν / κουτσομπολέψαν / κουτσομπολέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κουτσομπολεύω
εσύ θα κουτσομπολεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κουτσομπολεύει
εμείς θα κουτσομπολεύουμε
εσείς θα κουτσομπολεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κουτσομπολεύουν / θα κουτσομπολεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κουτσομπολέψω
εσύ θα κουτσομπολέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κουτσομπολέψει
εμείς θα κουτσομπολέψουμε
εσείς θα κουτσομπολέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κουτσομπολέψουν / θα κουτσομπολέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κουτσομπολέψω
εσύ να κουτσομπολέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να κουτσομπολέψει
εμείς να κουτσομπολέψουμε
εσείς να κουτσομπολέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κουτσομπολέψουν / κουτσομπολέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κουτσομπολέψει
εσύ έχεις κουτσομπολέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κουτσομπολέψει
εμείς έχουμε κουτσομπολέψει
εσείς έχετε κουτσομπολέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κουτσομπολέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κουτσομπολέψει
εσύ είχες κουτσομπολέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κουτσομπολέψει
εμείς είχαμε κουτσομπολέψει
εσείς είχατε κουτσομπολέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κουτσομπολέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κουτσομπολέψει
εσύ θα έχεις κουτσομπολέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κουτσομπολέψει
εμείς θα έχουμε κουτσομπολέψει
εσείς θα έχετε κουτσομπολέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κουτσομπολέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κουτσομπόλευε
(εσείς) κουτσομπολεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κουτσομπόλεψε / κουτσομπόλευ'
(εσείς) κουτσομπολέψτε / κουτσομπολεύτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κουτσομπολεύομαι
εσύ κουτσομπολεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κουτσομπολεύεται
εμείς κουτσομπολευόμαστε
εσείς κουτσομπολεύεστε / κουτσομπολευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κουτσομπολεύονται
Παρατατικός
εγώ κουτσομπολευόμουν / κουτσομπολευόμουνα
εσύ κουτσομπολευόσουν / κουτσομπολευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κουτσομπολευόταν / κουτσομπολευότανε
εμείς κουτσομπολευόμασταν / κουτσομπολευόμαστε
εσείς κουτσομπολευόσασταν / κουτσομπολευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κουτσομπολεύονταν / κουτσομπολευόντουσαν
Αόριστος
εγώ κουτσομπολεύτηκα
εσύ κουτσομπολεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό κουτσομπολεύτηκε
εμείς κουτσομπολευτήκαμε
εσείς κουτσομπολευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κουτσομπολεύτηκαν / κουτσομπολευτήκαν / κουτσομπολευτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κουτσομπολεύομαι
εσύ θα κουτσομπολεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κουτσομπολεύεται
εμείς θα κουτσομπολευόμαστε
εσείς θα κουτσομπολεύεστε / θα κουτσομπολευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κουτσομπολεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κουτσομπολευτώ
εσύ θα κουτσομπολευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κουτσομπολευτεί
εμείς θα κουτσομπολευτούμε
εσείς θα κουτσομπολευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κουτσομπολευτούν / θα κουτσομπολευτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κουτσομπολευτώ
εσύ να κουτσομπολευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να κουτσομπολευτεί
εμείς να κουτσομπολευτούμε
εσείς να κουτσομπολευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κουτσομπολευτούν / κουτσομπολευτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κουτσομπολευτεί
εσύ έχεις κουτσομπολευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κουτσομπολευτεί
εμείς έχουμε κουτσομπολευτεί
εσείς έχετε κουτσομπολευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κουτσομπολευτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κουτσομπολευτεί
εσύ είχες κουτσομπολευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κουτσομπολευτεί
εμείς είχαμε κουτσομπολευτεί
εσείς είχατε κουτσομπολευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κουτσομπολευτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κουτσομπολευτεί
εσύ θα έχεις κουτσομπολευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κουτσομπολευτεί
εμείς θα έχουμε κουτσομπολευτεί
εσείς θα έχετε κουτσομπολευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κουτσομπολευτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) κουτσομπολεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κουτσομπολέψου
(εσείς) κουτσομπολευτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κουτσομπολεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας κουτσομπολέψει
Απαρέμφατο
κουτσομπολέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
κουτσομπολευτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.