Κλίση του ρήματος κουρεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κουρεύω
to cut hair
Πλήρης κλίση του ρήματος κουρεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κουρεύω
εσύ κουρεύεις
αυτός/αυτή/αυτό κουρεύει
εμείς κουρεύουμε
εσείς κουρεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά κουρεύουν / κουρεύουνε

Παρατατικός

εγώ κούρευα
εσύ κούρευες
αυτός/αυτή/αυτό κούρευε
εμείς κουρεύαμε
εσείς κουρεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά κούρευαν / κουρεύαν / κουρεύανε

Αόριστος

εγώ κούρεψα
εσύ κούρεψες
αυτός/αυτή/αυτό κούρεψε
εμείς κουρέψαμε
εσείς κουρέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά κούρεψαν / κουρέψαν / κουρέψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κουρεύω
εσύ θα κουρεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κουρεύει
εμείς θα κουρεύουμε
εσείς θα κουρεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κουρεύουν / θα κουρεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κουρέψω
εσύ θα κουρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κουρέψει
εμείς θα κουρέψουμε
εσείς θα κουρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κουρέψουν / θα κουρέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κουρέψω
εσύ να κουρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να κουρέψει
εμείς να κουρέψουμε
εσείς να κουρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κουρέψουν / κουρέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κουρέψει
εσύ έχεις κουρέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κουρέψει
εμείς έχουμε κουρέψει
εσείς έχετε κουρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κουρέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κουρέψει
εσύ είχες κουρέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κουρέψει
εμείς είχαμε κουρέψει
εσείς είχατε κουρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κουρέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κουρέψει
εσύ θα έχεις κουρέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κουρέψει
εμείς θα έχουμε κουρέψει
εσείς θα έχετε κουρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κουρέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κούρευε
(εσείς) κουρεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κούρεψε / κούρευ'
(εσείς) κουρέψτε / κουρεύτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κουρεύομαι
εσύ κουρεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κουρεύεται
εμείς κουρευόμαστε
εσείς κουρεύεστε / κουρευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κουρεύονται

Παρατατικός

εγώ κουρευόμουν / κουρευόμουνα
εσύ κουρευόσουν / κουρευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κουρευόταν / κουρευότανε
εμείς κουρευόμασταν / κουρευόμαστε
εσείς κουρευόσασταν / κουρευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κουρεύονταν / κουρευόντουσαν

Αόριστος

εγώ κουρεύτηκα
εσύ κουρεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό κουρεύτηκε
εμείς κουρευτήκαμε
εσείς κουρευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κουρεύτηκαν / κουρευτήκαν / κουρευτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κουρεύομαι
εσύ θα κουρεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κουρεύεται
εμείς θα κουρευόμαστε
εσείς θα κουρεύεστε / θα κουρευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κουρεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κουρευτώ
εσύ θα κουρευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κουρευτεί
εμείς θα κουρευτούμε
εσείς θα κουρευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κουρευτούν / θα κουρευτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κουρευτώ
εσύ να κουρευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να κουρευτεί
εμείς να κουρευτούμε
εσείς να κουρευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κουρευτούν / κουρευτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κουρευτεί
εσύ έχεις κουρευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κουρευτεί
εμείς έχουμε κουρευτεί
εσείς έχετε κουρευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κουρευτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κουρευτεί
εσύ είχες κουρευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κουρευτεί
εμείς είχαμε κουρευτεί
εσείς είχατε κουρευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κουρευτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κουρευτεί
εσύ θα έχεις κουρευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κουρευτεί
εμείς θα έχουμε κουρευτεί
εσείς θα έχετε κουρευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κουρευτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) κουρεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κουρέψου
(εσείς) κουρευτείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κουρεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας κουρέψει

Μετοχή παρακειμένου

κουρεμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

κουρέψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

κουρευτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.