Κλίση του ρήματος κουλουριάζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κουλουριάζω
to coil
Πλήρης κλίση του ρήματος κουλουριάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κουλουριάζω
εσύ κουλουριάζεις
αυτός/αυτή/αυτό κουλουριάζει
εμείς κουλουριάζουμε
εσείς κουλουριάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά κουλουριάζουν / κουλουριάζουνε

Παρατατικός

εγώ κουλούριαζα
εσύ κουλούριαζες
αυτός/αυτή/αυτό κουλούριαζε
εμείς κουλουριάζαμε
εσείς κουλουριάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά κουλούριαζαν / κουλουριάζαν / κουλουριάζανε

Αόριστος

εγώ κουλούριασα
εσύ κουλούριασες
αυτός/αυτή/αυτό κουλούριασε
εμείς κουλουριάσαμε
εσείς κουλουριάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κουλούριασαν / κουλουριάσαν / κουλουριάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κουλουριάζω
εσύ θα κουλουριάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κουλουριάζει
εμείς θα κουλουριάζουμε
εσείς θα κουλουριάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κουλουριάζουν / θα κουλουριάζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κουλουριάσω
εσύ θα κουλουριάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κουλουριάσει
εμείς θα κουλουριάσουμε
εσείς θα κουλουριάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κουλουριάσουν / θα κουλουριάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κουλουριάσω
εσύ να κουλουριάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κουλουριάσει
εμείς να κουλουριάσουμε
εσείς να κουλουριάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κουλουριάσουν / κουλουριάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κουλουριάσει
εσύ έχεις κουλουριάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κουλουριάσει
εμείς έχουμε κουλουριάσει
εσείς έχετε κουλουριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κουλουριάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κουλουριάσει
εσύ είχες κουλουριάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κουλουριάσει
εμείς είχαμε κουλουριάσει
εσείς είχατε κουλουριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κουλουριάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κουλουριάσει
εσύ θα έχεις κουλουριάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κουλουριάσει
εμείς θα έχουμε κουλουριάσει
εσείς θα έχετε κουλουριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κουλουριάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κουλούριαζε
(εσείς) κουλουριάζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κουλούριασε
(εσείς) κουλουριάστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κουλουριάζομαι
εσύ κουλουριάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κουλουριάζεται
εμείς κουλουριαζόμαστε
εσείς κουλουριάζεστε / κουλουριαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κουλουριάζονται

Παρατατικός

εγώ κουλουριαζόμουν / κουλουριαζόμουνα
εσύ κουλουριαζόσουν / κουλουριαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κουλουριαζόταν / κουλουριαζότανε
εμείς κουλουριαζόμασταν / κουλουριαζόμαστε
εσείς κουλουριαζόσασταν / κουλουριαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κουλουριάζονταν / κουλουριαζόντουσαν

Αόριστος

εγώ κουλουριάστηκα
εσύ κουλουριάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό κουλουριάστηκε
εμείς κουλουριαστήκαμε
εσείς κουλουριαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κουλουριάστηκαν / κουλουριαστήκαν / κουλουριαστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κουλουριάζομαι
εσύ θα κουλουριάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κουλουριάζεται
εμείς θα κουλουριαζόμαστε
εσείς θα κουλουριάζεστε / θα κουλουριαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κουλουριάζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κουλουριαστώ
εσύ θα κουλουριαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κουλουριαστεί
εμείς θα κουλουριαστούμε
εσείς θα κουλουριαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κουλουριαστούν / θα κουλουριαστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κουλουριαστώ
εσύ να κουλουριαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να κουλουριαστεί
εμείς να κουλουριαστούμε
εσείς να κουλουριαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κουλουριαστούν / κουλουριαστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κουλουριαστεί
εσύ έχεις κουλουριαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κουλουριαστεί
εμείς έχουμε κουλουριαστεί
εσείς έχετε κουλουριαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κουλουριαστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κουλουριαστεί
εσύ είχες κουλουριαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κουλουριαστεί
εμείς είχαμε κουλουριαστεί
εσείς είχατε κουλουριαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κουλουριαστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κουλουριαστεί
εσύ θα έχεις κουλουριαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κουλουριαστεί
εμείς θα έχουμε κουλουριαστεί
εσείς θα έχετε κουλουριαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κουλουριαστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) κουλουριάζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κουλουριάσου
(εσείς) κουλουριαστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κουλουριάζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας κουλουριάσει

Μετοχή παρακειμένου

κουλουριασμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

κουλουριάσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

κουλουριαστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.