Κλίση του ρήματος κουβαλάω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κουβαλάω
to carry
Πλήρης κλίση του ρήματος κουβαλάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κουβαλάω / κουβαλώ
εσύ κουβαλάς
αυτός/αυτή/αυτό κουβαλάει / κουβαλά
εμείς κουβαλάμε / κουβαλούμε
εσείς κουβαλάτε
αυτοί/αυτές/αυτά κουβαλάνε / κουβαλάν / κουβαλούν / κουβαλούνε

Παρατατικός

εγώ κουβαλούσα / κουβάλαγα
εσύ κουβαλούσες / κουβάλαγες
αυτός/αυτή/αυτό κουβαλούσε / κουβάλαγε
εμείς κουβαλούσαμε / κουβαλάγαμε
εσείς κουβαλούσατε / κουβαλάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά κουβαλούσαν / κουβαλούσανε / κουβάλαγαν / κουβαλάγανε

Αόριστος

εγώ κουβάλησα
εσύ κουβάλησες
αυτός/αυτή/αυτό κουβάλησε
εμείς κουβαλήσαμε
εσείς κουβαλήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κουβάλησαν / κουβαλήσαν / κουβαλήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κουβαλάω / θα κουβαλώ
εσύ θα κουβαλάς
αυτός/αυτή/αυτό θα κουβαλάει / θα κουβαλά
εμείς θα κουβαλάμε / θα κουβαλούμε
εσείς θα κουβαλάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κουβαλάνε / θα κουβαλάν / θα κουβαλούν / θα κουβαλούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κουβαλήσω
εσύ θα κουβαλήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κουβαλήσει
εμείς θα κουβαλήσουμε
εσείς θα κουβαλήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κουβαλήσουν / θα κουβαλήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κουβαλήσω
εσύ να κουβαλήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κουβαλήσει
εμείς να κουβαλήσουμε
εσείς να κουβαλήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κουβαλήσουν / κουβαλήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κουβαλήσει
εσύ έχεις κουβαλήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κουβαλήσει
εμείς έχουμε κουβαλήσει
εσείς έχετε κουβαλήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κουβαλήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κουβαλήσει
εσύ είχες κουβαλήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κουβαλήσει
εμείς είχαμε κουβαλήσει
εσείς είχατε κουβαλήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κουβαλήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κουβαλήσει
εσύ θα έχεις κουβαλήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κουβαλήσει
εμείς θα έχουμε κουβαλήσει
εσείς θα έχετε κουβαλήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κουβαλήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κουβάλα / κουβάλαγε
(εσείς) κουβαλάτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κουβάλησε / κουβάλα
(εσείς) κουβαλήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κουβαλιέμαι
εσύ κουβαλιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό κουβαλιέται
εμείς κουβαλιόμαστε
εσείς κουβαλιέστε / κουβαλιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κουβαλιούνται / κουβαλιόνται

Παρατατικός

εγώ κουβαλιόμουν / κουβαλιόμουνα
εσύ κουβαλιόσουν / κουβαλιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κουβαλιόταν / κουβαλιότανε
εμείς κουβαλιόμασταν / κουβαλιόμαστε
εσείς κουβαλιόσασταν / κουβαλιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κουβαλιόνταν / κουβαλιόντανε / κουβαλιόντουσαν / κουβαλιούνταν

Αόριστος

εγώ κουβαλήθηκα
εσύ κουβαλήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό κουβαλήθηκε
εμείς κουβαληθήκαμε
εσείς κουβαληθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κουβαλήθηκαν / κουβαληθήκαν / κουβαληθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κουβαλιέμαι
εσύ θα κουβαλιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κουβαλιέται
εμείς θα κουβαλιόμαστε
εσείς θα κουβαλιέστε / θα κουβαλιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κουβαλιούνται / θα κουβαλιόνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κουβαληθώ
εσύ θα κουβαληθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κουβαληθεί
εμείς θα κουβαληθούμε
εσείς θα κουβαληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κουβαληθούν / θα κουβαληθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κουβαληθώ
εσύ να κουβαληθείς
αυτός/αυτή/αυτό να κουβαληθεί
εμείς να κουβαληθούμε
εσείς να κουβαληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κουβαληθούν / κουβαληθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κουβαληθεί
εσύ έχεις κουβαληθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κουβαληθεί
εμείς έχουμε κουβαληθεί
εσείς έχετε κουβαληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κουβαληθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κουβαληθεί
εσύ είχες κουβαληθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κουβαληθεί
εμείς είχαμε κουβαληθεί
εσείς είχατε κουβαληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κουβαληθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κουβαληθεί
εσύ θα έχεις κουβαληθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κουβαληθεί
εμείς θα έχουμε κουβαληθεί
εσείς θα έχετε κουβαληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κουβαληθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) κουβαλιέστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κουβαλήσου
(εσείς) κουβαληθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κουβαλώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας κουβαλήσει

Μετοχή παρακειμένου

κουβαλημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

κουβαλήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

κουβαληθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.