Κλίση του ρήματος κοτσάρω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κοτσάρω
to impose, put, add something which is regarded excessive or unfair
Πλήρης κλίση του ρήματος κοτσάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κοτσάρω
εσύ κοτσάρεις
αυτός/αυτή/αυτό κοτσάρει
εμείς κοτσάρουμε
εσείς κοτσάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά κοτσάρουν / κοτσάρουνε

Παρατατικός

εγώ κότσαρα / κοτσάριζα
εσύ κότσαρες / κοτσάριζες
αυτός/αυτή/αυτό κότσαρε / κοτσάριζε
εμείς κοτσάραμε
εσείς κοτσάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά κότσαραν / κοτσάραν / κοτσάρανε / κοτσάριζαν

Αόριστος

εγώ κότσαρα / κοτσάρισα
εσύ κότσαρες / κοτσάρισες
αυτός/αυτή/αυτό κότσαρε / κοτσάρισε
εμείς κοτσάραμε
εσείς κοτσάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά κότσαραν / κοτσάραν / κοτσάρανε / κοτσάρισαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κοτσάρω
εσύ θα κοτσάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κοτσάρει
εμείς θα κοτσάρουμε
εσείς θα κοτσάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοτσάρουν / θα κοτσάρουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κοτσάρω
εσύ θα κοτσάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κοτσάρει
εμείς θα κοτσάρουμε
εσείς θα κοτσάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοτσάρουν / θα κοτσάρουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κοτσάρω
εσύ να κοτσάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να κοτσάρει
εμείς να κοτσάρουμε
εσείς να κοτσάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κοτσάρουν / κοτσάρουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κοτσάρει
εσύ έχεις κοτσάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κοτσάρει
εμείς έχουμε κοτσάρει
εσείς έχετε κοτσάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κοτσάρει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κοτσάρει
εσύ είχες κοτσάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κοτσάρει
εμείς είχαμε κοτσάρει
εσείς είχατε κοτσάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κοτσάρει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κοτσάρει
εσύ θα έχεις κοτσάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κοτσάρει
εμείς θα έχουμε κοτσάρει
εσείς θα έχετε κοτσάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κοτσάρει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κότσαρε / κοτσάριζε
(εσείς) κοτσάρετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κότσαρε / κοτσάρισε
(εσείς) κοτσάρετε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κοτσάροντας / έχοντας κοτσάρει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

κοτσαρισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

κοτσάρει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.