to cost (involve expenditure)
Πλήρης κλίση του ρήματος κοστίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κοστίζω
εσύ κοστίζεις
αυτός/αυτή/αυτό κοστίζει
εμείς κοστίζουμε
εσείς κοστίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά κοστίζουν / κοστίζουνε
Παρατατικός
εγώ κόστιζα
εσύ κόστιζες
αυτός/αυτή/αυτό κόστιζε
εμείς κοστίζαμε
εσείς κοστίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά κόστιζαν / κοστίζαν / κοστίζανε
Αόριστος
εγώ κόστισα
εσύ κόστισες
αυτός/αυτή/αυτό κόστισε
εμείς κοστίσαμε
εσείς κοστίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κόστισαν / κοστίσαν / κοστίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κοστίζω
εσύ θα κοστίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κοστίζει
εμείς θα κοστίζουμε
εσείς θα κοστίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοστίζουν / θα κοστίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κοστίσω
εσύ θα κοστίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κοστίσει
εμείς θα κοστίσουμε
εσείς θα κοστίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοστίσουν / θα κοστίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κοστίσω
εσύ να κοστίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κοστίσει
εμείς να κοστίσουμε
εσείς να κοστίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κοστίσουν / κοστίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κοστίσει
εσύ έχεις κοστίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κοστίσει
εμείς έχουμε κοστίσει
εσείς έχετε κοστίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κοστίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κοστίσει
εσύ είχες κοστίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κοστίσει
εμείς είχαμε κοστίσει
εσείς είχατε κοστίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κοστίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κοστίσει
εσύ θα έχεις κοστίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κοστίσει
εμείς θα έχουμε κοστίσει
εσείς θα έχετε κοστίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κοστίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κόστιζε
(εσείς) κοστίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κόστισε
(εσείς) κοστίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κοστίζοντας / έχοντας κοστίσει
Απαρέμφατο
κοστίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.