Κλίση του ρήματος κορνάρω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κορνάρω
to beep, honk, toot, blow (use the horn)
Πλήρης κλίση του ρήματος κορνάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κορνάρω
εσύ κορνάρεις
αυτός/αυτή/αυτό κορνάρει
εμείς κορνάρουμε
εσείς κορνάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά κορνάρουν / κορνάρουνε

Παρατατικός

εγώ κόρναρα / κορνάριζα
εσύ κόρναρες / κορνάριζες
αυτός/αυτή/αυτό κόρναρε / κορνάριζε
εμείς κορνάραμε
εσείς κορνάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά κόρναραν / κορνάραν / κορνάρανε / κορνάριζαν

Αόριστος

εγώ κόρναρα / κορνάρισα
εσύ κόρναρες / κορνάρισες
αυτός/αυτή/αυτό κόρναρε / κορνάρισε
εμείς κορνάραμε
εσείς κορνάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά κόρναραν / κορνάραν / κορνάρανε / κορνάρισαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κορνάρω
εσύ θα κορνάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κορνάρει
εμείς θα κορνάρουμε
εσείς θα κορνάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κορνάρουν / θα κορνάρουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κορνάρω
εσύ θα κορνάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κορνάρει
εμείς θα κορνάρουμε
εσείς θα κορνάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κορνάρουν / θα κορνάρουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κορνάρω
εσύ να κορνάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να κορνάρει
εμείς να κορνάρουμε
εσείς να κορνάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κορνάρουν / κορνάρουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κορνάρει
εσύ έχεις κορνάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κορνάρει
εμείς έχουμε κορνάρει
εσείς έχετε κορνάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κορνάρει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κορνάρει
εσύ είχες κορνάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κορνάρει
εμείς είχαμε κορνάρει
εσείς είχατε κορνάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κορνάρει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κορνάρει
εσύ θα έχεις κορνάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κορνάρει
εμείς θα έχουμε κορνάρει
εσείς θα έχετε κορνάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κορνάρει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κόρναρε / κορνάριζε
(εσείς) κορνάρετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κόρναρε / κορνάρισε
(εσείς) κορνάρετε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κορνάροντας / έχοντας κορνάρει

Απαρέμφατο

κορνάρει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.