Κλίση του ρήματος κοπιάζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

2 διαφορετικά ρήματα « κοπιάζω »: κοπιάζω — to toil, to labour (UK), to labor (US), · κοπιάζω — to come in
κοπιάζω
to toil, to labour (UK), to labor (US), to work hard
Πλήρης κλίση του ρήματος κοπιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κοπιάζω
εσύ κοπιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό κοπιάζει
εμείς κοπιάζουμε
εσείς κοπιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά κοπιάζουν / κοπιάζουνε

Παρατατικός

εγώ κοπίαζα
εσύ κοπίαζες
αυτός/αυτή/αυτό κοπίαζε
εμείς κοπιάζαμε
εσείς κοπιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά κοπίαζαν / κοπιάζαν / κοπιάζανε

Αόριστος

εγώ κοπίασα
εσύ κοπίασες
αυτός/αυτή/αυτό κοπίασε
εμείς κοπιάσαμε
εσείς κοπιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κοπίασαν / κοπιάσαν / κοπιάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κοπιάζω
εσύ θα κοπιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κοπιάζει
εμείς θα κοπιάζουμε
εσείς θα κοπιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοπιάζουν / θα κοπιάζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κοπιάσω
εσύ θα κοπιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κοπιάσει
εμείς θα κοπιάσουμε
εσείς θα κοπιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοπιάσουν / θα κοπιάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κοπιάσω
εσύ να κοπιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κοπιάσει
εμείς να κοπιάσουμε
εσείς να κοπιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κοπιάσουν / κοπιάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κοπιάσει
εσύ έχεις κοπιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κοπιάσει
εμείς έχουμε κοπιάσει
εσείς έχετε κοπιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κοπιάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κοπιάσει
εσύ είχες κοπιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κοπιάσει
εμείς είχαμε κοπιάσει
εσείς είχατε κοπιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κοπιάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κοπιάσει
εσύ θα έχεις κοπιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κοπιάσει
εμείς θα έχουμε κοπιάσει
εσείς θα έχετε κοπιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κοπιάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κοπίαζε
(εσείς) κοπιάζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κοπίασε
(εσείς) κοπιάστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κοπιάζοντας / έχοντας κοπιάσει

Απαρέμφατο

κοπιάσει
κοπιάζω
to come in

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κοπιάζω
εσύ κοπιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό κοπιάζει
εμείς κοπιάζουμε
εσείς κοπιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά κοπιάζουν / κοπιάζουνε

Παρατατικός

εγώ κόπιαζα
εσύ κόπιαζες
αυτός/αυτή/αυτό κόπιαζε
εμείς κοπιάζαμε
εσείς κοπιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά κόπιαζαν / κοπιάζαν / κοπιάζανε

Αόριστος

εγώ κόπιασα
εσύ κόπιασες
αυτός/αυτή/αυτό κόπιασε
εμείς κοπιάσαμε
εσείς κοπιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κόπιασαν / κοπιάσαν / κοπιάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κοπιάζω
εσύ θα κοπιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κοπιάζει
εμείς θα κοπιάζουμε
εσείς θα κοπιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοπιάζουν / θα κοπιάζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κοπιάσω
εσύ θα κοπιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κοπιάσει
εμείς θα κοπιάσουμε
εσείς θα κοπιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοπιάσουν / θα κοπιάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κοπιάσω
εσύ να κοπιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κοπιάσει
εμείς να κοπιάσουμε
εσείς να κοπιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κοπιάσουν / κοπιάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κοπιάσει
εσύ έχεις κοπιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κοπιάσει
εμείς έχουμε κοπιάσει
εσείς έχετε κοπιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κοπιάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κοπιάσει
εσύ είχες κοπιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κοπιάσει
εμείς είχαμε κοπιάσει
εσείς είχατε κοπιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κοπιάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κοπιάσει
εσύ θα έχεις κοπιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κοπιάσει
εμείς θα έχουμε κοπιάσει
εσείς θα έχετε κοπιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κοπιάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κόπιαζε
(εσείς) κοπιάζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κόπιασε
(εσείς) κοπιάστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κοπιάζοντας / έχοντας κοπιάσει

Απαρέμφατο

κοπιάσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.