Κλίση του ρήματος κοπανίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κοπανίζω
to beat, thrash, whack, thwack
Πλήρης κλίση του ρήματος κοπανίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κοπανίζω
εσύ κοπανίζεις
αυτός/αυτή/αυτό κοπανίζει
εμείς κοπανίζουμε
εσείς κοπανίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά κοπανίζουν / κοπανίζουνε

Παρατατικός

εγώ κοπάνιζα
εσύ κοπάνιζες
αυτός/αυτή/αυτό κοπάνιζε
εμείς κοπανίζαμε
εσείς κοπανίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά κοπάνιζαν / κοπανίζαν / κοπανίζανε

Αόριστος

εγώ κοπάνισα
εσύ κοπάνισες
αυτός/αυτή/αυτό κοπάνισε
εμείς κοπανίσαμε
εσείς κοπανίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κοπάνισαν / κοπανίσαν / κοπανίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κοπανίζω
εσύ θα κοπανίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κοπανίζει
εμείς θα κοπανίζουμε
εσείς θα κοπανίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοπανίζουν / θα κοπανίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κοπανίσω
εσύ θα κοπανίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κοπανίσει
εμείς θα κοπανίσουμε
εσείς θα κοπανίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοπανίσουν / θα κοπανίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κοπανίσω
εσύ να κοπανίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κοπανίσει
εμείς να κοπανίσουμε
εσείς να κοπανίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κοπανίσουν / κοπανίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κοπανίσει
εσύ έχεις κοπανίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κοπανίσει
εμείς έχουμε κοπανίσει
εσείς έχετε κοπανίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κοπανίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κοπανίσει
εσύ είχες κοπανίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κοπανίσει
εμείς είχαμε κοπανίσει
εσείς είχατε κοπανίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κοπανίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κοπανίσει
εσύ θα έχεις κοπανίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κοπανίσει
εμείς θα έχουμε κοπανίσει
εσείς θα έχετε κοπανίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κοπανίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κοπάνιζε
(εσείς) κοπανίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κοπάνισε
(εσείς) κοπανίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κοπανίζομαι
εσύ κοπανίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κοπανίζεται
εμείς κοπανιζόμαστε
εσείς κοπανίζεστε / κοπανιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κοπανίζονται

Παρατατικός

εγώ κοπανιζόμουν / κοπανιζόμουνα
εσύ κοπανιζόσουν / κοπανιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κοπανιζόταν / κοπανιζότανε
εμείς κοπανιζόμασταν / κοπανιζόμαστε
εσείς κοπανιζόσασταν / κοπανιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κοπανίζονταν / κοπανιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ κοπανίστηκα
εσύ κοπανίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό κοπανίστηκε
εμείς κοπανιστήκαμε
εσείς κοπανιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κοπανίστηκαν / κοπανιστήκαν / κοπανιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κοπανίζομαι
εσύ θα κοπανίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κοπανίζεται
εμείς θα κοπανιζόμαστε
εσείς θα κοπανίζεστε / θα κοπανιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοπανίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κοπανιστώ
εσύ θα κοπανιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κοπανιστεί
εμείς θα κοπανιστούμε
εσείς θα κοπανιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοπανιστούν / θα κοπανιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κοπανιστώ
εσύ να κοπανιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να κοπανιστεί
εμείς να κοπανιστούμε
εσείς να κοπανιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κοπανιστούν / κοπανιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κοπανιστεί
εσύ έχεις κοπανιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κοπανιστεί
εμείς έχουμε κοπανιστεί
εσείς έχετε κοπανιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κοπανιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κοπανιστεί
εσύ είχες κοπανιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κοπανιστεί
εμείς είχαμε κοπανιστεί
εσείς είχατε κοπανιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κοπανιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κοπανιστεί
εσύ θα έχεις κοπανιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κοπανιστεί
εμείς θα έχουμε κοπανιστεί
εσείς θα έχετε κοπανιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κοπανιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) κοπανίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κοπανίσου
(εσείς) κοπανιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κοπανίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας κοπανίσει

Μετοχή παρακειμένου

κοπανισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

κοπανίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

κοπανιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.