Κλίση του ρήματος κοντρολάρω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κοντρολάρω
to control
Πλήρης κλίση του ρήματος κοντρολάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κοντρολάρω
εσύ κοντρολάρεις
αυτός/αυτή/αυτό κοντρολάρει
εμείς κοντρολάρουμε
εσείς κοντρολάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά κοντρολάρουν / κοντρολάρουνε

Παρατατικός

εγώ κοντρολάριζα
εσύ κοντρολάριζες
αυτός/αυτή/αυτό κοντρολάριζε
εμείς κοντρολάραμε
εσείς κοντρολάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά κοντρολάριζαν / κοντρολάραν / κοντρολάρανε

Αόριστος

εγώ κοντρολάρισα
εσύ κοντρολάρισες
αυτός/αυτή/αυτό κοντρολάρισε
εμείς κοντρολάραμε
εσείς κοντρολάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά κοντρολάρισαν / κοντρολάραν / κοντρολάρανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κοντρολάρω
εσύ θα κοντρολάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κοντρολάρει
εμείς θα κοντρολάρουμε
εσείς θα κοντρολάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοντρολάρουν / θα κοντρολάρουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κοντρολάρω
εσύ θα κοντρολάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κοντρολάρει
εμείς θα κοντρολάρουμε
εσείς θα κοντρολάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοντρολάρουν / θα κοντρολάρουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κοντρολάρω
εσύ να κοντρολάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να κοντρολάρει
εμείς να κοντρολάρουμε
εσείς να κοντρολάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κοντρολάρουν / κοντρολάρουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κοντρολάρει
εσύ έχεις κοντρολάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κοντρολάρει
εμείς έχουμε κοντρολάρει
εσείς έχετε κοντρολάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κοντρολάρει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κοντρολάρει
εσύ είχες κοντρολάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κοντρολάρει
εμείς είχαμε κοντρολάρει
εσείς είχατε κοντρολάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κοντρολάρει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κοντρολάρει
εσύ θα έχεις κοντρολάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κοντρολάρει
εμείς θα έχουμε κοντρολάρει
εσείς θα έχετε κοντρολάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κοντρολάρει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κοντρολάριζε
(εσείς) κοντρολάρετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κοντρολάρισε
(εσείς) κοντρολάρετε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κοντρολάρομαι
εσύ κοντρολάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κοντρολάρεται
εμείς κοντρολαριζόμαστε
εσείς κοντρολάρεστε / κοντρολαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κοντρολάρονται

Παρατατικός

εγώ κοντρολαριζόμουν / κοντρολαριζόμουνα
εσύ κοντρολαριζόσουν / κοντρολαριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κοντρολαριζόταν / κοντρολαριζότανε
εμείς κοντρολαριζόμασταν / κοντρολαριζόμαστε
εσείς κοντρολαριζόσασταν / κοντρολαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κοντρολάρονταν / κοντρολαριζόντουσαν

Αόριστος

εγώ κοντρολαρίστηκα
εσύ κοντρολαρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό κοντρολαρίστηκε
εμείς κοντρολαριστήκαμε
εσείς κοντρολαριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κοντρολαρίστηκαν / κοντρολαριστήκαν / κοντρολαριστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κοντρολάρομαι
εσύ θα κοντρολάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κοντρολάρεται
εμείς θα κοντρολαριζόμαστε
εσείς θα κοντρολάρεστε / θα κοντρολαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοντρολάρονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κοντρολαριστώ
εσύ θα κοντρολαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κοντρολαριστεί
εμείς θα κοντρολαριστούμε
εσείς θα κοντρολαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοντρολαριστούν / θα κοντρολαριστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κοντρολαριστώ
εσύ να κοντρολαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να κοντρολαριστεί
εμείς να κοντρολαριστούμε
εσείς να κοντρολαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κοντρολαριστούν / κοντρολαριστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κοντρολαριστεί
εσύ έχεις κοντρολαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κοντρολαριστεί
εμείς έχουμε κοντρολαριστεί
εσείς έχετε κοντρολαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κοντρολαριστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κοντρολαριστεί
εσύ είχες κοντρολαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κοντρολαριστεί
εμείς είχαμε κοντρολαριστεί
εσείς είχατε κοντρολαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κοντρολαριστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κοντρολαριστεί
εσύ θα έχεις κοντρολαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κοντρολαριστεί
εμείς θα έχουμε κοντρολαριστεί
εσείς θα έχετε κοντρολαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κοντρολαριστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) κοντρολάρεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κοντρολαρίσου
(εσείς) κοντρολαριστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κοντρολάροντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας κοντρολάρει

Μετοχή παρακειμένου

κοντρολαρισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

κοντρολάρει

Απαρέμφατο (παθητικό)

κοντρολαριστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.