to shorten
Πλήρης κλίση του ρήματος κονταίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κονταίνω
εσύ κονταίνεις
αυτός/αυτή/αυτό κονταίνει
εμείς κονταίνουμε
εσείς κονταίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά κονταίνουν / κονταίνουνε
Παρατατικός
εγώ κόνταινα
εσύ κόνταινες
αυτός/αυτή/αυτό κόνταινε
εμείς κονταίναμε
εσείς κονταίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά κόνταιναν / κονταίναν / κονταίνανε
Αόριστος
εγώ κόντυνα
εσύ κόντυνες
αυτός/αυτή/αυτό κόντυνε
εμείς κοντύναμε
εσείς κοντύνατε
αυτοί/αυτές/αυτά κόντυναν / κοντύναν / κοντύνανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κονταίνω
εσύ θα κονταίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κονταίνει
εμείς θα κονταίνουμε
εσείς θα κονταίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κονταίνουν / θα κονταίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κοντύνω
εσύ θα κοντύνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κοντύνει
εμείς θα κοντύνουμε
εσείς θα κοντύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοντύνουν / θα κοντύνουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κοντύνω
εσύ να κοντύνεις
αυτός/αυτή/αυτό να κοντύνει
εμείς να κοντύνουμε
εσείς να κοντύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κοντύνουν / κοντύνουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κοντύνει
εσύ έχεις κοντύνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κοντύνει
εμείς έχουμε κοντύνει
εσείς έχετε κοντύνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κοντύνει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κοντύνει
εσύ είχες κοντύνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κοντύνει
εμείς είχαμε κοντύνει
εσείς είχατε κοντύνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κοντύνει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κοντύνει
εσύ θα έχεις κοντύνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κοντύνει
εμείς θα έχουμε κοντύνει
εσείς θα έχετε κοντύνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κοντύνει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κόνταινε
(εσείς) κονταίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κόντυνε
(εσείς) κοντύντε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κονταίνοντας / έχοντας κοντύνει
Απαρέμφατο
κοντύνει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.