to glue, attach, affix, stick
Πλήρης κλίση του ρήματος κολλάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κολλάω / κολλώ
εσύ κολλάς
αυτός/αυτή/αυτό κολλάει / κολλά
εμείς κολλάμε / κολλούμε
εσείς κολλάτε
αυτοί/αυτές/αυτά κολλάνε / κολλάν / κολλούν / κολλούνε
Παρατατικός
εγώ κολλούσα / κόλλαγα
εσύ κολλούσες / κόλλαγες
αυτός/αυτή/αυτό κολλούσε / κόλλαγε
εμείς κολλούσαμε / κολλάγαμε
εσείς κολλούσατε / κολλάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά κολλούσαν / κολλούσανε / κόλλαγαν / κολλάγανε
Αόριστος
εγώ κόλλησα
εσύ κόλλησες
αυτός/αυτή/αυτό κόλλησε
εμείς κολλήσαμε
εσείς κολλήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κόλλησαν / κολλήσαν / κολλήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κολλάω / θα κολλώ
εσύ θα κολλάς
αυτός/αυτή/αυτό θα κολλάει / θα κολλά
εμείς θα κολλάμε / θα κολλούμε
εσείς θα κολλάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κολλάνε / θα κολλάν / θα κολλούν / θα κολλούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κολλήσω
εσύ θα κολλήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κολλήσει
εμείς θα κολλήσουμε
εσείς θα κολλήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κολλήσουν / θα κολλήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κολλήσω
εσύ να κολλήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κολλήσει
εμείς να κολλήσουμε
εσείς να κολλήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κολλήσουν / κολλήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κολλήσει
εσύ έχεις κολλήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κολλήσει
εμείς έχουμε κολλήσει
εσείς έχετε κολλήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κολλήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κολλήσει
εσύ είχες κολλήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κολλήσει
εμείς είχαμε κολλήσει
εσείς είχατε κολλήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κολλήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κολλήσει
εσύ θα έχεις κολλήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κολλήσει
εμείς θα έχουμε κολλήσει
εσείς θα έχετε κολλήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κολλήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κόλλα / κόλλαγε
(εσείς) κολλάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κόλλησε / κόλλα
(εσείς) κολλήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κολλιέμαι
εσύ κολλιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό κολλιέται
εμείς κολλιόμαστε
εσείς κολλιέστε / κολλιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κολλιούνται / κολλιόνται
Παρατατικός
εγώ κολλιόμουν / κολλιόμουνα
εσύ κολλιόσουν / κολλιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κολλιόταν / κολλιότανε
εμείς κολλιόμασταν / κολλιόμαστε
εσείς κολλιόσασταν / κολλιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κολλιόνταν / κολλιόντανε / κολλιόντουσαν / κολλιούνταν
Αόριστος
εγώ κολλήθηκα
εσύ κολλήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό κολλήθηκε
εμείς κολληθήκαμε
εσείς κολληθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κολλήθηκαν / κολληθήκαν / κολληθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κολλιέμαι
εσύ θα κολλιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κολλιέται
εμείς θα κολλιόμαστε
εσείς θα κολλιέστε / θα κολλιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κολλιούνται / θα κολλιόνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κολληθώ
εσύ θα κολληθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κολληθεί
εμείς θα κολληθούμε
εσείς θα κολληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κολληθούν / θα κολληθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κολληθώ
εσύ να κολληθείς
αυτός/αυτή/αυτό να κολληθεί
εμείς να κολληθούμε
εσείς να κολληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κολληθούν / κολληθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κολληθεί
εσύ έχεις κολληθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κολληθεί
εμείς έχουμε κολληθεί
εσείς έχετε κολληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κολληθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κολληθεί
εσύ είχες κολληθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κολληθεί
εμείς είχαμε κολληθεί
εσείς είχατε κολληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κολληθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κολληθεί
εσύ θα έχεις κολληθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κολληθεί
εμείς θα έχουμε κολληθεί
εσείς θα έχετε κολληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κολληθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) κολλιέστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κολλήσου
(εσείς) κολληθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κολλώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας κολλήσει
Μετοχή παρακειμένου
κολλημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
κολλήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
κολληθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.