Κλίση του ρήματος κοκκινίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κοκκινίζω
to blush, redden, colour (UK), color (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος κοκκινίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κοκκινίζω
εσύ κοκκινίζεις
αυτός/αυτή/αυτό κοκκινίζει
εμείς κοκκινίζουμε
εσείς κοκκινίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά κοκκινίζουν / κοκκινίζουνε

Παρατατικός

εγώ κοκκίνιζα
εσύ κοκκίνιζες
αυτός/αυτή/αυτό κοκκίνιζε
εμείς κοκκινίζαμε
εσείς κοκκινίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά κοκκίνιζαν / κοκκινίζαν / κοκκινίζανε

Αόριστος

εγώ κοκκίνισα
εσύ κοκκίνισες
αυτός/αυτή/αυτό κοκκίνισε
εμείς κοκκινίσαμε
εσείς κοκκινίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κοκκίνισαν / κοκκινίσαν / κοκκινίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κοκκινίζω
εσύ θα κοκκινίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κοκκινίζει
εμείς θα κοκκινίζουμε
εσείς θα κοκκινίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοκκινίζουν / θα κοκκινίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κοκκινίσω
εσύ θα κοκκινίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κοκκινίσει
εμείς θα κοκκινίσουμε
εσείς θα κοκκινίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοκκινίσουν / θα κοκκινίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κοκκινίσω
εσύ να κοκκινίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κοκκινίσει
εμείς να κοκκινίσουμε
εσείς να κοκκινίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κοκκινίσουν / κοκκινίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κοκκινίσει
εσύ έχεις κοκκινίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κοκκινίσει
εμείς έχουμε κοκκινίσει
εσείς έχετε κοκκινίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κοκκινίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κοκκινίσει
εσύ είχες κοκκινίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κοκκινίσει
εμείς είχαμε κοκκινίσει
εσείς είχατε κοκκινίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κοκκινίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κοκκινίσει
εσύ θα έχεις κοκκινίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κοκκινίσει
εμείς θα έχουμε κοκκινίσει
εσείς θα έχετε κοκκινίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κοκκινίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κοκκίνιζε
(εσείς) κοκκινίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κοκκίνισε
(εσείς) κοκκινίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κοκκινίζοντας / έχοντας κοκκινίσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

κοκκινισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

κοκκινίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.