Κλίση του ρήματος κοκαλώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κοκαλώνω
to freeze (to stop (become motionless) or be stopped due to attentiveness, fear, surprise, etc.)
Πλήρης κλίση του ρήματος κοκαλώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κοκαλώνω
εσύ κοκαλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό κοκαλώνει
εμείς κοκαλώνουμε
εσείς κοκαλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά κοκαλώνουν / κοκαλώνουνε

Παρατατικός

εγώ κοκάλωνα
εσύ κοκάλωνες
αυτός/αυτή/αυτό κοκάλωνε
εμείς κοκαλώναμε
εσείς κοκαλώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά κοκάλωναν / κοκαλώναν / κοκαλώνανε

Αόριστος

εγώ κοκάλωσα
εσύ κοκάλωσες
αυτός/αυτή/αυτό κοκάλωσε
εμείς κοκαλώσαμε
εσείς κοκαλώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κοκάλωσαν / κοκαλώσαν / κοκαλώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κοκαλώνω
εσύ θα κοκαλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κοκαλώνει
εμείς θα κοκαλώνουμε
εσείς θα κοκαλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοκαλώνουν / θα κοκαλώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κοκαλώσω
εσύ θα κοκαλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κοκαλώσει
εμείς θα κοκαλώσουμε
εσείς θα κοκαλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοκαλώσουν / θα κοκαλώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κοκαλώσω
εσύ να κοκαλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κοκαλώσει
εμείς να κοκαλώσουμε
εσείς να κοκαλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κοκαλώσουν / κοκαλώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κοκαλώσει
εσύ έχεις κοκαλώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κοκαλώσει
εμείς έχουμε κοκαλώσει
εσείς έχετε κοκαλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κοκαλώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κοκαλώσει
εσύ είχες κοκαλώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κοκαλώσει
εμείς είχαμε κοκαλώσει
εσείς είχατε κοκαλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κοκαλώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κοκαλώσει
εσύ θα έχεις κοκαλώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κοκαλώσει
εμείς θα έχουμε κοκαλώσει
εσείς θα έχετε κοκαλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κοκαλώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κοκάλωνε
(εσείς) κοκαλώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κοκάλωσε
(εσείς) κοκαλώστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κοκαλώνοντας / έχοντας κοκαλώσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

κοκαλωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

κοκαλώσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.