to receive communion, communicate, take communion
Πλήρης κλίση του ρήματος κοινωνώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κοινωνάω - κοινωνώ
εσύ κοινωνάς - κοινωνείς
αυτός/αυτή/αυτό κοινωνάει / κοινωνά - κοινωνεί
εμείς κοινωνάμε - κοινωνούμε
εσείς κοινωνάτε - κοινωνείτε
αυτοί/αυτές/αυτά κοινωνάνε / κοινωνάν / κοινωνούν / κοινωνούνε
Παρατατικός
εγώ κοινωνούσα / κοινώναγα
εσύ κοινωνούσες / κοινώναγες
αυτός/αυτή/αυτό κοινωνούσε / κοινώναγε
εμείς κοινωνούσαμε / κοινωνάγαμε
εσείς κοινωνούσατε / κοινωνάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά κοινωνούσαν / κοινωνούσανε / κοινώναγαν / κοινωνάγανε
Αόριστος
εγώ κοινώνησα
εσύ κοινώνησες
αυτός/αυτή/αυτό κοινώνησε
εμείς κοινωνήσαμε
εσείς κοινωνήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κοινώνησαν / κοινωνήσαν / κοινωνήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κοινωνάω - κοινωνώ
εσύ θα κοινωνάς - κοινωνείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κοινωνάει / θα κοινωνά - κοινωνεί
εμείς θα κοινωνάμε - κοινωνούμε
εσείς θα κοινωνάτε - κοινωνείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοινωνάνε / θα κοινωνάν / θα κοινωνούν / θα κοινωνούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κοινωνήσω
εσύ θα κοινωνήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κοινωνήσει
εμείς θα κοινωνήσουμε
εσείς θα κοινωνήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοινωνήσουν / θα κοινωνήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κοινωνήσω
εσύ να κοινωνήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κοινωνήσει
εμείς να κοινωνήσουμε
εσείς να κοινωνήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κοινωνήσουν / κοινωνήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κοινωνήσει
εσύ έχεις κοινωνήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κοινωνήσει
εμείς έχουμε κοινωνήσει
εσείς έχετε κοινωνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κοινωνήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κοινωνήσει
εσύ είχες κοινωνήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κοινωνήσει
εμείς είχαμε κοινωνήσει
εσείς είχατε κοινωνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κοινωνήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κοινωνήσει
εσύ θα έχεις κοινωνήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κοινωνήσει
εμείς θα έχουμε κοινωνήσει
εσείς θα έχετε κοινωνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κοινωνήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κοινώνα / κοινώναγε
(εσείς) κοινωνάτε - κοινωνείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κοινώνησε / κοινώνα
(εσείς) κοινωνήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κοινωνώντας / έχοντας κοινωνήσει
Απαρέμφατο
κοινωνήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.