Κλίση του ρήματος κοινοποιώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κοινοποιώ
to communicate (to impart or transmit (information or knowledge); to make known)
Πλήρης κλίση του ρήματος κοινοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κοινοποιώ
εσύ κοινοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό κοινοποιεί
εμείς κοινοποιούμε
εσείς κοινοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά κοινοποιούν / κοινοποιούνε

Παρατατικός

εγώ κοινοποιούσα
εσύ κοινοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό κοινοποιούσε
εμείς κοινοποιούσαμε
εσείς κοινοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κοινοποιούσαν / κοινοποιούσανε

Αόριστος

εγώ κοινοποίησα
εσύ κοινοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό κοινοποίησε
εμείς κοινοποιήσαμε
εσείς κοινοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κοινοποίησαν / κοινοποιήσαν / κοινοποιήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κοινοποιώ
εσύ θα κοινοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κοινοποιεί
εμείς θα κοινοποιούμε
εσείς θα κοινοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοινοποιούν / θα κοινοποιούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κοινοποιήσω
εσύ θα κοινοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κοινοποιήσει
εμείς θα κοινοποιήσουμε
εσείς θα κοινοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοινοποιήσουν / θα κοινοποιήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κοινοποιήσω
εσύ να κοινοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κοινοποιήσει
εμείς να κοινοποιήσουμε
εσείς να κοινοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κοινοποιήσουν / κοινοποιήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κοινοποιήσει
εσύ έχεις κοινοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κοινοποιήσει
εμείς έχουμε κοινοποιήσει
εσείς έχετε κοινοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κοινοποιήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κοινοποιήσει
εσύ είχες κοινοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κοινοποιήσει
εμείς είχαμε κοινοποιήσει
εσείς είχατε κοινοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κοινοποιήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κοινοποιήσει
εσύ θα έχεις κοινοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κοινοποιήσει
εμείς θα έχουμε κοινοποιήσει
εσείς θα έχετε κοινοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κοινοποιήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) κοινοποιείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κοινοποίησε
(εσείς) κοινοποιήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κοινοποιούμαι
εσύ κοινοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό κοινοποιείται
εμείς κοινοποιούμαστε / κοινοποιόμαστε
εσείς κοινοποιείστε / κοινοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κοινοποιούνται

Παρατατικός

εγώ κοινοποιούμουν / κοινοποιούμουνα / κοινοποιόμουν / κοινοποιόμουνα
εσύ κοινοποιόσουν / κοινοποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κοινοποιούνταν / κοινοποιόταν / κοινοποιότανε / κοινοποιείτο
εμείς κοινοποιούμασταν / ‑ούμαστε / κοινοποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς κοινοποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κοινοποιούνταν / κοινοποιόνταν / κοινοποιόντανε / κοινοποιόντουσαν / κοινοποιούντο

Αόριστος

εγώ κοινοποιήθηκα
εσύ κοινοποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό κοινοποιήθηκε
εμείς κοινοποιηθήκαμε
εσείς κοινοποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κοινοποιήθηκαν / κοινοποιηθήκαν / κοινοποιηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κοινοποιούμαι
εσύ θα κοινοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κοινοποιείται
εμείς θα κοινοποιούμαστε / θα κοινοποιόμαστε
εσείς θα κοινοποιείστε / θα κοινοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοινοποιούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κοινοποιηθώ
εσύ θα κοινοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κοινοποιηθεί
εμείς θα κοινοποιηθούμε
εσείς θα κοινοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κοινοποιηθούν / θα κοινοποιηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κοινοποιηθώ
εσύ να κοινοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να κοινοποιηθεί
εμείς να κοινοποιηθούμε
εσείς να κοινοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κοινοποιηθούν / κοινοποιηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κοινοποιηθεί
εσύ έχεις κοινοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κοινοποιηθεί
εμείς έχουμε κοινοποιηθεί
εσείς έχετε κοινοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κοινοποιηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κοινοποιηθεί
εσύ είχες κοινοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κοινοποιηθεί
εμείς είχαμε κοινοποιηθεί
εσείς είχατε κοινοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κοινοποιηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κοινοποιηθεί
εσύ θα έχεις κοινοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κοινοποιηθεί
εμείς θα έχουμε κοινοποιηθεί
εσείς θα έχετε κοινοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κοινοποιηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) κοινοποιείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κοινοποιήσου
(εσείς) κοινοποιηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κοινοποιώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας κοινοποιήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

κοινοποιούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

κοινοποιημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

κοινοποιήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

κοινοποιηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.