Κλίση του ρήματος κλαδεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κλαδεύω
to prune, lop
Πλήρης κλίση του ρήματος κλαδεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κλαδεύω
εσύ κλαδεύεις
αυτός/αυτή/αυτό κλαδεύει
εμείς κλαδεύουμε
εσείς κλαδεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά κλαδεύουν / κλαδεύουνε

Παρατατικός

εγώ κλάδευα
εσύ κλάδευες
αυτός/αυτή/αυτό κλάδευε
εμείς κλαδεύαμε
εσείς κλαδεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά κλάδευαν / κλαδεύαν / κλαδεύανε

Αόριστος

εγώ κλάδεψα
εσύ κλάδεψες
αυτός/αυτή/αυτό κλάδεψε
εμείς κλαδέψαμε
εσείς κλαδέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά κλάδεψαν / κλαδέψαν / κλαδέψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κλαδεύω
εσύ θα κλαδεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κλαδεύει
εμείς θα κλαδεύουμε
εσείς θα κλαδεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κλαδεύουν / θα κλαδεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κλαδέψω
εσύ θα κλαδέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κλαδέψει
εμείς θα κλαδέψουμε
εσείς θα κλαδέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κλαδέψουν / θα κλαδέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κλαδέψω
εσύ να κλαδέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να κλαδέψει
εμείς να κλαδέψουμε
εσείς να κλαδέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κλαδέψουν / κλαδέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κλαδέψει
εσύ έχεις κλαδέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κλαδέψει
εμείς έχουμε κλαδέψει
εσείς έχετε κλαδέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κλαδέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κλαδέψει
εσύ είχες κλαδέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κλαδέψει
εμείς είχαμε κλαδέψει
εσείς είχατε κλαδέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κλαδέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κλαδέψει
εσύ θα έχεις κλαδέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κλαδέψει
εμείς θα έχουμε κλαδέψει
εσείς θα έχετε κλαδέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κλαδέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κλάδευε
(εσείς) κλαδεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κλάδεψε / κλάδευ'
(εσείς) κλαδέψτε / κλαδεύτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κλαδεύομαι
εσύ κλαδεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κλαδεύεται
εμείς κλαδευόμαστε
εσείς κλαδεύεστε / κλαδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κλαδεύονται

Παρατατικός

εγώ κλαδευόμουν / κλαδευόμουνα
εσύ κλαδευόσουν / κλαδευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κλαδευόταν / κλαδευότανε
εμείς κλαδευόμασταν / κλαδευόμαστε
εσείς κλαδευόσασταν / κλαδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κλαδεύονταν / κλαδευόντουσαν

Αόριστος

εγώ κλαδεύτηκα
εσύ κλαδεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό κλαδεύτηκε
εμείς κλαδευτήκαμε
εσείς κλαδευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κλαδεύτηκαν / κλαδευτήκαν / κλαδευτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κλαδεύομαι
εσύ θα κλαδεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κλαδεύεται
εμείς θα κλαδευόμαστε
εσείς θα κλαδεύεστε / θα κλαδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κλαδεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κλαδευτώ
εσύ θα κλαδευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κλαδευτεί
εμείς θα κλαδευτούμε
εσείς θα κλαδευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κλαδευτούν / θα κλαδευτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κλαδευτώ
εσύ να κλαδευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να κλαδευτεί
εμείς να κλαδευτούμε
εσείς να κλαδευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κλαδευτούν / κλαδευτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κλαδευτεί
εσύ έχεις κλαδευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κλαδευτεί
εμείς έχουμε κλαδευτεί
εσείς έχετε κλαδευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κλαδευτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κλαδευτεί
εσύ είχες κλαδευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κλαδευτεί
εμείς είχαμε κλαδευτεί
εσείς είχατε κλαδευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κλαδευτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κλαδευτεί
εσύ θα έχεις κλαδευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κλαδευτεί
εμείς θα έχουμε κλαδευτεί
εσείς θα έχετε κλαδευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κλαδευτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) κλαδεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κλαδέψου
(εσείς) κλαδευτείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κλαδεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας κλαδέψει

Μετοχή παρακειμένου

κλαδεμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

κλαδέψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

κλαδευτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.