to mobilize
Πλήρης κλίση του ρήματος κινητοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κινητοποιώ
εσύ κινητοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό κινητοποιεί
εμείς κινητοποιούμε
εσείς κινητοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά κινητοποιούν / κινητοποιούνε
Παρατατικός
εγώ κινητοποιούσα
εσύ κινητοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό κινητοποιούσε
εμείς κινητοποιούσαμε
εσείς κινητοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κινητοποιούσαν / κινητοποιούσανε
Αόριστος
εγώ κινητοποίησα
εσύ κινητοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό κινητοποίησε
εμείς κινητοποιήσαμε
εσείς κινητοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κινητοποίησαν / κινητοποιήσαν / κινητοποιήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κινητοποιώ
εσύ θα κινητοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κινητοποιεί
εμείς θα κινητοποιούμε
εσείς θα κινητοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κινητοποιούν / θα κινητοποιούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κινητοποιήσω
εσύ θα κινητοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κινητοποιήσει
εμείς θα κινητοποιήσουμε
εσείς θα κινητοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κινητοποιήσουν / θα κινητοποιήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κινητοποιήσω
εσύ να κινητοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κινητοποιήσει
εμείς να κινητοποιήσουμε
εσείς να κινητοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κινητοποιήσουν / κινητοποιήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κινητοποιήσει
εσύ έχεις κινητοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κινητοποιήσει
εμείς έχουμε κινητοποιήσει
εσείς έχετε κινητοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κινητοποιήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κινητοποιήσει
εσύ είχες κινητοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κινητοποιήσει
εμείς είχαμε κινητοποιήσει
εσείς είχατε κινητοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κινητοποιήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κινητοποιήσει
εσύ θα έχεις κινητοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κινητοποιήσει
εμείς θα έχουμε κινητοποιήσει
εσείς θα έχετε κινητοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κινητοποιήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) κινητοποιείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κινητοποίησε
(εσείς) κινητοποιήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κινητοποιούμαι
εσύ κινητοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό κινητοποιείται
εμείς κινητοποιούμαστε / κινητοποιόμαστε
εσείς κινητοποιείστε / κινητοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κινητοποιούνται
Παρατατικός
εγώ κινητοποιούμουν / κινητοποιούμουνα / κινητοποιόμουν / κινητοποιόμουνα
εσύ κινητοποιόσουν / κινητοποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κινητοποιούνταν / κινητοποιόταν / κινητοποιότανε / κινητοποιείτο
εμείς κινητοποιούμασταν / ‑ούμαστε / κινητοποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς κινητοποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κινητοποιούνταν / κινητοποιόνταν / κινητοποιόντανε / κινητοποιόντουσαν / κινητοποιούντο
Αόριστος
εγώ κινητοποιήθηκα
εσύ κινητοποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό κινητοποιήθηκε
εμείς κινητοποιηθήκαμε
εσείς κινητοποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κινητοποιήθηκαν / κινητοποιηθήκαν / κινητοποιηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κινητοποιούμαι
εσύ θα κινητοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κινητοποιείται
εμείς θα κινητοποιούμαστε / θα κινητοποιόμαστε
εσείς θα κινητοποιείστε / θα κινητοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κινητοποιούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κινητοποιηθώ
εσύ θα κινητοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κινητοποιηθεί
εμείς θα κινητοποιηθούμε
εσείς θα κινητοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κινητοποιηθούν / θα κινητοποιηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κινητοποιηθώ
εσύ να κινητοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να κινητοποιηθεί
εμείς να κινητοποιηθούμε
εσείς να κινητοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κινητοποιηθούν / κινητοποιηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κινητοποιηθεί
εσύ έχεις κινητοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κινητοποιηθεί
εμείς έχουμε κινητοποιηθεί
εσείς έχετε κινητοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κινητοποιηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κινητοποιηθεί
εσύ είχες κινητοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κινητοποιηθεί
εμείς είχαμε κινητοποιηθεί
εσείς είχατε κινητοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κινητοποιηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κινητοποιηθεί
εσύ θα έχεις κινητοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κινητοποιηθεί
εμείς θα έχουμε κινητοποιηθεί
εσείς θα έχετε κινητοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κινητοποιηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) κινητοποιείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κινητοποιήσου
(εσείς) κινητοποιηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κινητοποιώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας κινητοποιήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
κινητοποιούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
κινητοποιημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
κινητοποιήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
κινητοποιηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.