Κλίση του ρήματος κηρύσσω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κηρύσσω
declare, announce, call (war, a strike)
Πλήρης κλίση του ρήματος κηρύσσω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κηρύσσω
εσύ κηρύσσεις
αυτός/αυτή/αυτό κηρύσσει
εμείς κηρύσσουμε
εσείς κηρύσσετε
αυτοί/αυτές/αυτά κηρύσσουν / κηρύσσουνε

Παρατατικός

εγώ κήρυσσα
εσύ κήρυσσες
αυτός/αυτή/αυτό κήρυσσε
εμείς κηρύσσαμε
εσείς κηρύσσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κήρυσσαν / κηρύσσαν / κηρύσσανε

Αόριστος

εγώ κήρυξα
εσύ κήρυξες
αυτός/αυτή/αυτό κήρυξε
εμείς κηρύξαμε
εσείς κηρύξατε
αυτοί/αυτές/αυτά κήρυξαν / κηρύξαν / κηρύξανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κηρύσσω
εσύ θα κηρύσσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κηρύσσει
εμείς θα κηρύσσουμε
εσείς θα κηρύσσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κηρύσσουν / θα κηρύσσουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κηρύξω
εσύ θα κηρύξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κηρύξει
εμείς θα κηρύξουμε
εσείς θα κηρύξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κηρύξουν / θα κηρύξουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κηρύξω
εσύ να κηρύξεις
αυτός/αυτή/αυτό να κηρύξει
εμείς να κηρύξουμε
εσείς να κηρύξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κηρύξουν / κηρύξουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κηρύξει
εσύ έχεις κηρύξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κηρύξει
εμείς έχουμε κηρύξει
εσείς έχετε κηρύξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κηρύξει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κηρύξει
εσύ είχες κηρύξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κηρύξει
εμείς είχαμε κηρύξει
εσείς είχατε κηρύξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κηρύξει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κηρύξει
εσύ θα έχεις κηρύξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κηρύξει
εμείς θα έχουμε κηρύξει
εσείς θα έχετε κηρύξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κηρύξει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κήρυσσε
(εσείς) κηρύσσετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κήρυξε
(εσείς) κηρύξτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κηρύσσομαι
εσύ κηρύσσεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κηρύσσεται
εμείς κηρυσσόμαστε
εσείς κηρύσσεστε / κηρυσσόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κηρύσσονται

Παρατατικός

εγώ κηρυσσόμουν / κηρυσσόμουνα
εσύ κηρυσσόσουν / κηρυσσόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κηρυσσόταν / κηρυσσότανε
εμείς κηρυσσόμασταν / κηρυσσόμαστε
εσείς κηρυσσόσασταν / κηρυσσόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κηρύσσονταν / κηρυσσόντουσαν

Αόριστος

εγώ κηρύχθηκα / κηρύχτηκα
εσύ κηρύχθηκες / κηρύχτηκες
αυτός/αυτή/αυτό κηρύχθηκε / κηρύχτηκε
εμείς κηρυχθήκαμε / κηρυχτήκαμε
εσείς κηρυχθήκατε / κηρυχτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κηρύχθηκαν / κηρυχθήκαν / κηρυχθήκανε / κηρύχτηκαν / κηρυχτήκαν / κηρυχτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κηρύσσομαι
εσύ θα κηρύσσεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κηρύσσεται
εμείς θα κηρυσσόμαστε
εσείς θα κηρύσσεστε / θα κηρυσσόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κηρύσσονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κηρυχθώ / θα κηρυχτώ
εσύ θα κηρυχθείς / θα κηρυχτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κηρυχθεί / θα κηρυχτεί
εμείς θα κηρυχθούμε / θα κηρυχτούμε
εσείς θα κηρυχθείτε / θα κηρυχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κηρυχθούν / θα κηρυχθούνε / θα κηρυχτούν / θα κηρυχτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κηρυχθώ / κηρυχτώ
εσύ να κηρυχθείς / κηρυχτείς
αυτός/αυτή/αυτό να κηρυχθεί / κηρυχτεί
εμείς να κηρυχθούμε / κηρυχτούμε
εσείς να κηρυχθείτε / κηρυχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κηρυχθούν / κηρυχθούνε / κηρυχτούν / κηρυχτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κηρυχθεί / κηρυχτεί
εσύ έχεις κηρυχθεί / κηρυχτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κηρυχθεί / κηρυχτεί
εμείς έχουμε κηρυχθεί / κηρυχτεί
εσείς έχετε κηρυχθεί / κηρυχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κηρυχθεί / κηρυχτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κηρυχθεί / κηρυχτεί
εσύ είχες κηρυχθεί / κηρυχτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κηρυχθεί / κηρυχτεί
εμείς είχαμε κηρυχθεί / κηρυχτεί
εσείς είχατε κηρυχθεί / κηρυχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κηρυχθεί / κηρυχτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κηρυχθεί / κηρυχτεί
εσύ θα έχεις κηρυχθεί / κηρυχτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κηρυχθεί / κηρυχτεί
εμείς θα έχουμε κηρυχθεί / κηρυχτεί
εσείς θα έχετε κηρυχθεί / κηρυχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κηρυχθεί / κηρυχτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) κηρύσσεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κηρύξου
(εσείς) κηρυχθείτε / κηρυχτείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κηρύσσοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας κηρύξει

Μετοχή παρακειμένου

κηρυγμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

κηρύξει

Απαρέμφατο (παθητικό)

κηρυχθεί / κηρυχτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.