Κλίση του ρήματος κηλιδώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κηλιδώνω
to tarnish, besmirch
Πλήρης κλίση του ρήματος κηλιδώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κηλιδώνω
εσύ κηλιδώνεις
αυτός/αυτή/αυτό κηλιδώνει
εμείς κηλιδώνουμε
εσείς κηλιδώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά κηλιδώνουν / κηλιδώνουνε

Παρατατικός

εγώ κηλίδωνα
εσύ κηλίδωνες
αυτός/αυτή/αυτό κηλίδωνε
εμείς κηλιδώναμε
εσείς κηλιδώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά κηλίδωναν / κηλιδώναν / κηλιδώνανε

Αόριστος

εγώ κηλίδωσα
εσύ κηλίδωσες
αυτός/αυτή/αυτό κηλίδωσε
εμείς κηλιδώσαμε
εσείς κηλιδώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κηλίδωσαν / κηλιδώσαν / κηλιδώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κηλιδώνω
εσύ θα κηλιδώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κηλιδώνει
εμείς θα κηλιδώνουμε
εσείς θα κηλιδώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κηλιδώνουν / θα κηλιδώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κηλιδώσω
εσύ θα κηλιδώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κηλιδώσει
εμείς θα κηλιδώσουμε
εσείς θα κηλιδώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κηλιδώσουν / θα κηλιδώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κηλιδώσω
εσύ να κηλιδώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κηλιδώσει
εμείς να κηλιδώσουμε
εσείς να κηλιδώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κηλιδώσουν / κηλιδώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κηλιδώσει
εσύ έχεις κηλιδώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κηλιδώσει
εμείς έχουμε κηλιδώσει
εσείς έχετε κηλιδώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κηλιδώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κηλιδώσει
εσύ είχες κηλιδώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κηλιδώσει
εμείς είχαμε κηλιδώσει
εσείς είχατε κηλιδώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κηλιδώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κηλιδώσει
εσύ θα έχεις κηλιδώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κηλιδώσει
εμείς θα έχουμε κηλιδώσει
εσείς θα έχετε κηλιδώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κηλιδώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κηλίδωνε
(εσείς) κηλιδώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κηλίδωσε
(εσείς) κηλιδώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κηλιδώνομαι
εσύ κηλιδώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κηλιδώνεται
εμείς κηλιδωνόμαστε
εσείς κηλιδώνεστε / κηλιδωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κηλιδώνονται

Παρατατικός

εγώ κηλιδωνόμουν / κηλιδωνόμουνα
εσύ κηλιδωνόσουν / κηλιδωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κηλιδωνόταν / κηλιδωνότανε
εμείς κηλιδωνόμασταν / κηλιδωνόμαστε
εσείς κηλιδωνόσασταν / κηλιδωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κηλιδώνονταν / κηλιδωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ κηλιδώσηκα
εσύ κηλιδώσηκες
αυτός/αυτή/αυτό κηλιδώσηκε
εμείς κηλιδωσήκαμε
εσείς κηλιδωσήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κηλιδώσηκαν / κηλιδωσήκαν / κηλιδωσήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κηλιδώνομαι
εσύ θα κηλιδώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κηλιδώνεται
εμείς θα κηλιδωνόμαστε
εσείς θα κηλιδώνεστε / θα κηλιδωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κηλιδώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κηλιδωσώ
εσύ θα κηλιδωσείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κηλιδωσεί
εμείς θα κηλιδωσούμε
εσείς θα κηλιδωσείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κηλιδωσούν / θα κηλιδωσούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κηλιδωσώ
εσύ να κηλιδωσείς
αυτός/αυτή/αυτό να κηλιδωσεί
εμείς να κηλιδωσούμε
εσείς να κηλιδωσείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κηλιδωσούν / κηλιδωσούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κηλιδωσεί
εσύ έχεις κηλιδωσεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κηλιδωσεί
εμείς έχουμε κηλιδωσεί
εσείς έχετε κηλιδωσεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κηλιδωσεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κηλιδωσεί
εσύ είχες κηλιδωσεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κηλιδωσεί
εμείς είχαμε κηλιδωσεί
εσείς είχατε κηλιδωσεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κηλιδωσεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κηλιδωσεί
εσύ θα έχεις κηλιδωσεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κηλιδωσεί
εμείς θα έχουμε κηλιδωσεί
εσείς θα έχετε κηλιδωσεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κηλιδωσεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) κηλιδώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κηλιδώσου
(εσείς) κηλιδωσείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κηλιδώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας κηλιδώσει

Μετοχή παρακειμένου

κηλιδωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

κηλιδώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

κηλιδωσεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.