to cuckold, cuck, horn, put horns on (make a cuckold of someone by being unfaithful)
Πλήρης κλίση του ρήματος κερατώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κερατώνω
εσύ κερατώνεις
αυτός/αυτή/αυτό κερατώνει
εμείς κερατώνουμε
εσείς κερατώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά κερατώνουν / κερατώνουνε
Παρατατικός
εγώ κεράτωνα
εσύ κεράτωνες
αυτός/αυτή/αυτό κεράτωνε
εμείς κερατώναμε
εσείς κερατώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά κεράτωναν / κερατώναν / κερατώνανε
Αόριστος
εγώ κεράτωσα
εσύ κεράτωσες
αυτός/αυτή/αυτό κεράτωσε
εμείς κερατώσαμε
εσείς κερατώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κεράτωσαν / κερατώσαν / κερατώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κερατώνω
εσύ θα κερατώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κερατώνει
εμείς θα κερατώνουμε
εσείς θα κερατώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κερατώνουν / θα κερατώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κερατώσω
εσύ θα κερατώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κερατώσει
εμείς θα κερατώσουμε
εσείς θα κερατώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κερατώσουν / θα κερατώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κερατώσω
εσύ να κερατώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κερατώσει
εμείς να κερατώσουμε
εσείς να κερατώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κερατώσουν / κερατώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κερατώσει
εσύ έχεις κερατώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κερατώσει
εμείς έχουμε κερατώσει
εσείς έχετε κερατώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κερατώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κερατώσει
εσύ είχες κερατώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κερατώσει
εμείς είχαμε κερατώσει
εσείς είχατε κερατώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κερατώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κερατώσει
εσύ θα έχεις κερατώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κερατώσει
εμείς θα έχουμε κερατώσει
εσείς θα έχετε κερατώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κερατώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κεράτωνε
(εσείς) κερατώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κεράτωσε
(εσείς) κερατώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κερατώνομαι
εσύ κερατώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κερατώνεται
εμείς κερατωνόμαστε
εσείς κερατώνεστε / κερατωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κερατώνονται
Παρατατικός
εγώ κερατωνόμουν / κερατωνόμουνα
εσύ κερατωνόσουν / κερατωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κερατωνόταν / κερατωνότανε
εμείς κερατωνόμασταν / κερατωνόμαστε
εσείς κερατωνόσασταν / κερατωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κερατώνονταν / κερατωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ κερατώθηκα
εσύ κερατώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό κερατώθηκε
εμείς κερατωθήκαμε
εσείς κερατωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κερατώθηκαν / κερατωθήκαν / κερατωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κερατώνομαι
εσύ θα κερατώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κερατώνεται
εμείς θα κερατωνόμαστε
εσείς θα κερατώνεστε / θα κερατωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κερατώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κερατωθώ
εσύ θα κερατωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κερατωθεί
εμείς θα κερατωθούμε
εσείς θα κερατωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κερατωθούν / θα κερατωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κερατωθώ
εσύ να κερατωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να κερατωθεί
εμείς να κερατωθούμε
εσείς να κερατωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κερατωθούν / κερατωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κερατωθεί
εσύ έχεις κερατωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κερατωθεί
εμείς έχουμε κερατωθεί
εσείς έχετε κερατωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κερατωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κερατωθεί
εσύ είχες κερατωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κερατωθεί
εμείς είχαμε κερατωθεί
εσείς είχατε κερατωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κερατωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κερατωθεί
εσύ θα έχεις κερατωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κερατωθεί
εμείς θα έχουμε κερατωθεί
εσείς θα έχετε κερατωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κερατωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) κερατώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κερατώσου
(εσείς) κερατωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κερατώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας κερατώσει
Μετοχή παρακειμένου
κερατωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
κερατώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
κερατωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.