to sting
Πλήρης κλίση του ρήματος κεντρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κεντρίζω
εσύ κεντρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό κεντρίζει
εμείς κεντρίζουμε
εσείς κεντρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά κεντρίζουν / κεντρίζουνε
Παρατατικός
εγώ κέντριζα
εσύ κέντριζες
αυτός/αυτή/αυτό κέντριζε
εμείς κεντρίζαμε
εσείς κεντρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά κέντριζαν / κεντρίζαν / κεντρίζανε
Αόριστος
εγώ κέντρισα
εσύ κέντρισες
αυτός/αυτή/αυτό κέντρισε
εμείς κεντρίσαμε
εσείς κεντρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κέντρισαν / κεντρίσαν / κεντρίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κεντρίζω
εσύ θα κεντρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κεντρίζει
εμείς θα κεντρίζουμε
εσείς θα κεντρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κεντρίζουν / θα κεντρίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κεντρίσω
εσύ θα κεντρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κεντρίσει
εμείς θα κεντρίσουμε
εσείς θα κεντρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κεντρίσουν / θα κεντρίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κεντρίσω
εσύ να κεντρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κεντρίσει
εμείς να κεντρίσουμε
εσείς να κεντρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κεντρίσουν / κεντρίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κεντρίσει
εσύ έχεις κεντρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κεντρίσει
εμείς έχουμε κεντρίσει
εσείς έχετε κεντρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κεντρίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κεντρίσει
εσύ είχες κεντρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κεντρίσει
εμείς είχαμε κεντρίσει
εσείς είχατε κεντρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κεντρίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κεντρίσει
εσύ θα έχεις κεντρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κεντρίσει
εμείς θα έχουμε κεντρίσει
εσείς θα έχετε κεντρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κεντρίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κέντριζε
(εσείς) κεντρίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κέντρισε
(εσείς) κεντρίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κεντρίζομαι
εσύ κεντρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κεντρίζεται
εμείς κεντριζόμαστε
εσείς κεντρίζεστε / κεντριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κεντρίζονται
Παρατατικός
εγώ κεντριζόμουν / κεντριζόμουνα
εσύ κεντριζόσουν / κεντριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κεντριζόταν / κεντριζότανε
εμείς κεντριζόμασταν / κεντριζόμαστε
εσείς κεντριζόσασταν / κεντριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κεντρίζονταν / κεντριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ κεντρίστηκα
εσύ κεντρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό κεντρίστηκε
εμείς κεντριστήκαμε
εσείς κεντριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κεντρίστηκαν / κεντριστήκαν / κεντριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κεντρίζομαι
εσύ θα κεντρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κεντρίζεται
εμείς θα κεντριζόμαστε
εσείς θα κεντρίζεστε / θα κεντριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κεντρίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κεντριστώ
εσύ θα κεντριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κεντριστεί
εμείς θα κεντριστούμε
εσείς θα κεντριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κεντριστούν / θα κεντριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κεντριστώ
εσύ να κεντριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να κεντριστεί
εμείς να κεντριστούμε
εσείς να κεντριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κεντριστούν / κεντριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κεντριστεί
εσύ έχεις κεντριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κεντριστεί
εμείς έχουμε κεντριστεί
εσείς έχετε κεντριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κεντριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κεντριστεί
εσύ είχες κεντριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κεντριστεί
εμείς είχαμε κεντριστεί
εσείς είχατε κεντριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κεντριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κεντριστεί
εσύ θα έχεις κεντριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κεντριστεί
εμείς θα έχουμε κεντριστεί
εσείς θα έχετε κεντριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κεντριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) κεντρίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κεντρίσου
(εσείς) κεντριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κεντρίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας κεντρίσει
Μετοχή παρακειμένου
κεντρισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
κεντρίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
κεντριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.