alternative spelling of κελαηδάω (kelaïdáo)
Πλήρης κλίση του ρήματος κελαϊδάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κελαϊδάω / κελαϊδώ
εσύ κελαϊδάς
αυτός/αυτή/αυτό κελαϊδάει / κελαϊδά
εμείς κελαϊδάμε / κελαϊδούμε
εσείς κελαϊδάτε
αυτοί/αυτές/αυτά κελαϊδάνε / κελαϊδάν / κελαϊδούν / κελαϊδούνε
Παρατατικός
εγώ κελαϊδούσα / κελάιδαγα
εσύ κελαϊδούσες / κελάιδαγες
αυτός/αυτή/αυτό κελαϊδούσε / κελάιδαγε
εμείς κελαϊδούσαμε / κελαϊδάγαμε
εσείς κελαϊδούσατε / κελαϊδάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά κελαϊδούσαν / κελαϊδούσανε / κελάιδαγαν / κελαϊδάγανε
Αόριστος
εγώ κελάιδησα
εσύ κελάιδησες
αυτός/αυτή/αυτό κελάιδησε
εμείς κελαϊδήσαμε
εσείς κελαϊδήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κελάιδησαν / κελαϊδήσαν / κελαϊδήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κελαϊδάω / θα κελαϊδώ
εσύ θα κελαϊδάς
αυτός/αυτή/αυτό θα κελαϊδάει / θα κελαϊδά
εμείς θα κελαϊδάμε / θα κελαϊδούμε
εσείς θα κελαϊδάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κελαϊδάνε / θα κελαϊδάν / θα κελαϊδούν / θα κελαϊδούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κελαϊδήσω
εσύ θα κελαϊδήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κελαϊδήσει
εμείς θα κελαϊδήσουμε
εσείς θα κελαϊδήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κελαϊδήσουν / θα κελαϊδήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κελαϊδήσω
εσύ να κελαϊδήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κελαϊδήσει
εμείς να κελαϊδήσουμε
εσείς να κελαϊδήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κελαϊδήσουν / κελαϊδήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κελαϊδήσει
εσύ έχεις κελαϊδήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κελαϊδήσει
εμείς έχουμε κελαϊδήσει
εσείς έχετε κελαϊδήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κελαϊδήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κελαϊδήσει
εσύ είχες κελαϊδήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κελαϊδήσει
εμείς είχαμε κελαϊδήσει
εσείς είχατε κελαϊδήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κελαϊδήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κελαϊδήσει
εσύ θα έχεις κελαϊδήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κελαϊδήσει
εμείς θα έχουμε κελαϊδήσει
εσείς θα έχετε κελαϊδήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κελαϊδήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κελάιδα / κελάιδαγε
(εσείς) κελαϊδάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κελάιδησε / κελάιδα
(εσείς) κελαϊδήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κελαϊδώντας / έχοντας κελαϊδήσει
Απαρέμφατο
κελαϊδήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.