to get it up, get a boner, get a hard-on (to get an erection of the penis)
Πλήρης κλίση του ρήματος καυλώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καυλώνω
εσύ καυλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό καυλώνει
εμείς καυλώνουμε
εσείς καυλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά καυλώνουν / καυλώνουνε
Παρατατικός
εγώ καύλωνα
εσύ καύλωνες
αυτός/αυτή/αυτό καύλωνε
εμείς καυλώναμε
εσείς καυλώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά καύλωναν / καυλώναν / καυλώνανε
Αόριστος
εγώ καύλωσα
εσύ καύλωσες
αυτός/αυτή/αυτό καύλωσε
εμείς καυλώσαμε
εσείς καυλώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά καύλωσαν / καυλώσαν / καυλώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καυλώνω
εσύ θα καυλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καυλώνει
εμείς θα καυλώνουμε
εσείς θα καυλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καυλώνουν / θα καυλώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καυλώσω
εσύ θα καυλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καυλώσει
εμείς θα καυλώσουμε
εσείς θα καυλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καυλώσουν / θα καυλώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να καυλώσω
εσύ να καυλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καυλώσει
εμείς να καυλώσουμε
εσείς να καυλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καυλώσουν / καυλώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω καυλώσει
εσύ έχεις καυλώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καυλώσει
εμείς έχουμε καυλώσει
εσείς έχετε καυλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καυλώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καυλώσει
εσύ είχες καυλώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καυλώσει
εμείς είχαμε καυλώσει
εσείς είχατε καυλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καυλώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καυλώσει
εσύ θα έχεις καυλώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καυλώσει
εμείς θα έχουμε καυλώσει
εσείς θα έχετε καυλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καυλώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) καύλωνε
(εσείς) καυλώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) καύλωσε
(εσείς) καυλώστε / καυλώσετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
καυλώνοντας / έχοντας καυλώσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
καυλωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
καυλώσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.