to bawl out, to dress down, to give someone hell, to give a tongue lashing to, to harangue, to scold loudly (to deliver a loud, hard scolding or lecture to; to
Πλήρης κλίση του ρήματος κατσαδιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κατσαδιάζω
εσύ κατσαδιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό κατσαδιάζει
εμείς κατσαδιάζουμε
εσείς κατσαδιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά κατσαδιάζουν / κατσαδιάζουνε
Παρατατικός
εγώ κατσάδιαζα
εσύ κατσάδιαζες
αυτός/αυτή/αυτό κατσάδιαζε
εμείς κατσαδιάζαμε
εσείς κατσαδιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατσάδιαζαν / κατσαδιάζαν / κατσαδιάζανε
Αόριστος
εγώ κατσάδιασα
εσύ κατσάδιασες
αυτός/αυτή/αυτό κατσάδιασε
εμείς κατσαδιάσαμε
εσείς κατσαδιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατσάδιασαν / κατσαδιάσαν / κατσαδιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κατσαδιάζω
εσύ θα κατσαδιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κατσαδιάζει
εμείς θα κατσαδιάζουμε
εσείς θα κατσαδιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατσαδιάζουν / θα κατσαδιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατσαδιάσω
εσύ θα κατσαδιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κατσαδιάσει
εμείς θα κατσαδιάσουμε
εσείς θα κατσαδιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατσαδιάσουν / θα κατσαδιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κατσαδιάσω
εσύ να κατσαδιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κατσαδιάσει
εμείς να κατσαδιάσουμε
εσείς να κατσαδιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κατσαδιάσουν / κατσαδιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κατσαδιάσει
εσύ έχεις κατσαδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κατσαδιάσει
εμείς έχουμε κατσαδιάσει
εσείς έχετε κατσαδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κατσαδιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κατσαδιάσει
εσύ είχες κατσαδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κατσαδιάσει
εμείς είχαμε κατσαδιάσει
εσείς είχατε κατσαδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κατσαδιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κατσαδιάσει
εσύ θα έχεις κατσαδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κατσαδιάσει
εμείς θα έχουμε κατσαδιάσει
εσείς θα έχετε κατσαδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κατσαδιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κατσάδιαζε
(εσείς) κατσαδιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κατσάδιασε
(εσείς) κατσαδιάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κατσαδιάζομαι
εσύ κατσαδιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κατσαδιάζεται
εμείς κατσαδιαζόμαστε
εσείς κατσαδιάζεστε / κατσαδιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κατσαδιάζονται
Παρατατικός
εγώ κατσαδιαζόμουν / κατσαδιαζόμουνα
εσύ κατσαδιαζόσουν / κατσαδιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κατσαδιαζόταν / κατσαδιαζότανε
εμείς κατσαδιαζόμασταν / κατσαδιαζόμαστε
εσείς κατσαδιαζόσασταν / κατσαδιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κατσαδιάζονταν / κατσαδιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ κατσαδιάστηκα
εσύ κατσαδιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό κατσαδιάστηκε
εμείς κατσαδιαστήκαμε
εσείς κατσαδιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατσαδιάστηκαν / κατσαδιαστήκαν / κατσαδιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κατσαδιάζομαι
εσύ θα κατσαδιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κατσαδιάζεται
εμείς θα κατσαδιαζόμαστε
εσείς θα κατσαδιάζεστε / θα κατσαδιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατσαδιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατσαδιαστώ
εσύ θα κατσαδιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κατσαδιαστεί
εμείς θα κατσαδιαστούμε
εσείς θα κατσαδιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατσαδιαστούν / θα κατσαδιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κατσαδιαστώ
εσύ να κατσαδιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να κατσαδιαστεί
εμείς να κατσαδιαστούμε
εσείς να κατσαδιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κατσαδιαστούν / κατσαδιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κατσαδιαστεί
εσύ έχεις κατσαδιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κατσαδιαστεί
εμείς έχουμε κατσαδιαστεί
εσείς έχετε κατσαδιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κατσαδιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κατσαδιαστεί
εσύ είχες κατσαδιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κατσαδιαστεί
εμείς είχαμε κατσαδιαστεί
εσείς είχατε κατσαδιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κατσαδιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κατσαδιαστεί
εσύ θα έχεις κατσαδιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κατσαδιαστεί
εμείς θα έχουμε κατσαδιαστεί
εσείς θα έχετε κατσαδιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κατσαδιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) κατσαδιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κατσαδιάσου
(εσείς) κατσαδιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κατσαδιάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας κατσαδιάσει
Μετοχή παρακειμένου
κατσαδιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
κατσαδιάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
κατσαδιαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.