Κλίση του ρήματος κατισχύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κατισχύω
to prevail over one's opponents, triumph over, overpower
Πλήρης κλίση του ρήματος κατισχύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κατισχύω
εσύ κατισχύεις
αυτός/αυτή/αυτό κατισχύει
εμείς κατισχύουμε
εσείς κατισχύετε
αυτοί/αυτές/αυτά κατισχύουν / κατισχύουνε

Παρατατικός

εγώ κατίσχυα
εσύ κατίσχυες
αυτός/αυτή/αυτό κατίσχυε
εμείς κατισχύαμε
εσείς κατισχύατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατίσχυαν / κατισχύαν / κατισχύανε

Αόριστος

εγώ κατίσχυσα
εσύ κατίσχυσες
αυτός/αυτή/αυτό κατίσχυσε
εμείς κατισχύσαμε
εσείς κατισχύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατίσχυσαν / κατισχύσαν / κατισχύσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κατισχύω
εσύ θα κατισχύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κατισχύει
εμείς θα κατισχύουμε
εσείς θα κατισχύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατισχύουν / θα κατισχύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κατισχύσω
εσύ θα κατισχύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κατισχύσει
εμείς θα κατισχύσουμε
εσείς θα κατισχύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατισχύσουν / θα κατισχύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κατισχύσω
εσύ να κατισχύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κατισχύσει
εμείς να κατισχύσουμε
εσείς να κατισχύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κατισχύσουν / κατισχύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κατισχύσει
εσύ έχεις κατισχύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κατισχύσει
εμείς έχουμε κατισχύσει
εσείς έχετε κατισχύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κατισχύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κατισχύσει
εσύ είχες κατισχύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κατισχύσει
εμείς είχαμε κατισχύσει
εσείς είχατε κατισχύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κατισχύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κατισχύσει
εσύ θα έχεις κατισχύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κατισχύσει
εμείς θα έχουμε κατισχύσει
εσείς θα έχετε κατισχύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κατισχύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κατίσχυε
(εσείς) κατισχύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κατίσχυσε
(εσείς) κατισχύστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κατισχύοντας / έχοντας κατισχύσει

Απαρέμφατο

κατισχύσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.