to placate, pacify
Πλήρης κλίση του ρήματος κατευνάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κατευνάζω
εσύ κατευνάζεις
αυτός/αυτή/αυτό κατευνάζει
εμείς κατευνάζουμε
εσείς κατευνάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά κατευνάζουν / κατευνάζουνε
Παρατατικός
εγώ κατεύναζα
εσύ κατεύναζες
αυτός/αυτή/αυτό κατεύναζε
εμείς κατευνάζαμε
εσείς κατευνάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατεύναζαν / κατευνάζαν / κατευνάζανε
Αόριστος
εγώ κατεύνασα
εσύ κατεύνασες
αυτός/αυτή/αυτό κατεύνασε
εμείς κατευνάσαμε
εσείς κατευνάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατεύνασαν / κατευνάσαν / κατευνάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κατευνάζω
εσύ θα κατευνάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κατευνάζει
εμείς θα κατευνάζουμε
εσείς θα κατευνάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατευνάζουν / θα κατευνάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατευνάσω
εσύ θα κατευνάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κατευνάσει
εμείς θα κατευνάσουμε
εσείς θα κατευνάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατευνάσουν / θα κατευνάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κατευνάσω
εσύ να κατευνάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κατευνάσει
εμείς να κατευνάσουμε
εσείς να κατευνάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κατευνάσουν / κατευνάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κατευνάσει
εσύ έχεις κατευνάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κατευνάσει
εμείς έχουμε κατευνάσει
εσείς έχετε κατευνάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κατευνάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κατευνάσει
εσύ είχες κατευνάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κατευνάσει
εμείς είχαμε κατευνάσει
εσείς είχατε κατευνάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κατευνάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κατευνάσει
εσύ θα έχεις κατευνάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κατευνάσει
εμείς θα έχουμε κατευνάσει
εσείς θα έχετε κατευνάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κατευνάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κατεύναζε
(εσείς) κατευνάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κατεύνασε
(εσείς) κατευνάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κατευνάζομαι
εσύ κατευνάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κατευνάζεται
εμείς κατευναζόμαστε
εσείς κατευνάζεστε / κατευναζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κατευνάζονται
Παρατατικός
εγώ κατευναζόμουν / κατευναζόμουνα
εσύ κατευναζόσουν / κατευναζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κατευναζόταν / κατευναζότανε
εμείς κατευναζόμασταν / κατευναζόμαστε
εσείς κατευναζόσασταν / κατευναζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κατευνάζονταν / κατευναζόντουσαν
Αόριστος
εγώ κατευνάστηκα / κατευνάσθηκα
εσύ κατευνάστηκες / κατευνάσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό κατευνάστηκε / κατευνάσθηκε
εμείς κατευναστήκαμε / κατευνασθήκαμε
εσείς κατευναστήκατε / κατευνασθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατευνάστηκαν / κατευναστήκαν / κατευναστήκανε / κατευνάσθηκαν / κατευνασθήκαν / κατευνασθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κατευνάζομαι
εσύ θα κατευνάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κατευνάζεται
εμείς θα κατευναζόμαστε
εσείς θα κατευνάζεστε / θα κατευναζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατευνάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατευναστώ / θα κατευνασθώ
εσύ θα κατευναστείς / θα κατευνασθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κατευναστεί / θα κατευνασθεί
εμείς θα κατευναστούμε / θα κατευνασθούμε
εσείς θα κατευναστείτε / θα κατευνασθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατευναστούν / θα κατευναστούνε / θα κατευνασθούν / θα κατευνασθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κατευναστώ / κατευνασθώ
εσύ να κατευναστείς / κατευνασθείς
αυτός/αυτή/αυτό να κατευναστεί / κατευνασθεί
εμείς να κατευναστούμε / κατευνασθούμε
εσείς να κατευναστείτε / κατευνασθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κατευναστούν / κατευναστούνε / κατευνασθούν / κατευνασθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κατευναστεί / κατευνασθεί
εσύ έχεις κατευναστεί / κατευνασθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κατευναστεί / κατευνασθεί
εμείς έχουμε κατευναστεί / κατευνασθεί
εσείς έχετε κατευναστεί / κατευνασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κατευναστεί / κατευνασθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κατευναστεί / κατευνασθεί
εσύ είχες κατευναστεί / κατευνασθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κατευναστεί / κατευνασθεί
εμείς είχαμε κατευναστεί / κατευνασθεί
εσείς είχατε κατευναστεί / κατευνασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κατευναστεί / κατευνασθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κατευναστεί / κατευνασθεί
εσύ θα έχεις κατευναστεί / κατευνασθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κατευναστεί / κατευνασθεί
εμείς θα έχουμε κατευναστεί / κατευνασθεί
εσείς θα έχετε κατευναστεί / κατευνασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κατευναστεί / κατευνασθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) κατευνάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κατευνάσου
(εσείς) κατευναστείτε / κατευνασθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κατευνάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας κατευνάσει
Μετοχή παρακειμένου
κατευνασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
κατευνάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
κατευναστεί / κατευνασθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.