Κλίση του ρήματος κατεργάζομαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κατεργάζομαι
to process, treat, work, fashion (make, build or construct)
Πλήρης κλίση του ρήματος κατεργάζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κατεργάζομαι
εσύ κατεργάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κατεργάζεται
εμείς κατεργαζόμαστε
εσείς κατεργάζεστε / κατεργαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κατεργάζονται

Παρατατικός

εγώ κατεργαζόμουν / κατεργαζόμουνα
εσύ κατεργαζόσουν / κατεργαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κατεργαζόταν / κατεργαζότανε
εμείς κατεργαζόμασταν / κατεργαζόμαστε
εσείς κατεργαζόσασταν / κατεργαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κατεργάζονταν / κατεργαζόντουσαν

Αόριστος

εγώ κατεργάστηκα / κατεργάσθηκα
εσύ κατεργάστηκες / κατεργάσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό κατεργάστηκε / κατεργάσθηκε
εμείς κατεργαστήκαμε / κατεργασθήκαμε
εσείς κατεργαστήκατε / κατεργασθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατεργάστηκαν / κατεργαστήκαν / κατεργαστήκανε / κατεργάσθηκαν / κατεργασθήκαν / κατεργασθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κατεργάζομαι
εσύ θα κατεργάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κατεργάζεται
εμείς θα κατεργαζόμαστε
εσείς θα κατεργάζεστε / θα κατεργαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατεργάζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κατεργαστώ / θα κατεργασθώ
εσύ θα κατεργαστείς / θα κατεργασθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κατεργαστεί / θα κατεργασθεί
εμείς θα κατεργαστούμε / θα κατεργασθούμε
εσείς θα κατεργαστείτε / θα κατεργασθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατεργαστούν / θα κατεργαστούνε / θα κατεργασθούν / θα κατεργασθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κατεργαστώ / κατεργασθώ
εσύ να κατεργαστείς / κατεργασθείς
αυτός/αυτή/αυτό να κατεργαστεί / κατεργασθεί
εμείς να κατεργαστούμε / κατεργασθούμε
εσείς να κατεργαστείτε / κατεργασθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κατεργαστούν / κατεργαστούνε / κατεργασθούν / κατεργασθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κατεργαστεί / κατεργασθεί
εσύ έχεις κατεργαστεί / κατεργασθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κατεργαστεί / κατεργασθεί
εμείς έχουμε κατεργαστεί / κατεργασθεί
εσείς έχετε κατεργαστεί / κατεργασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κατεργαστεί / κατεργασθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κατεργαστεί / κατεργασθεί
εσύ είχες κατεργαστεί / κατεργασθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κατεργαστεί / κατεργασθεί
εμείς είχαμε κατεργαστεί / κατεργασθεί
εσείς είχατε κατεργαστεί / κατεργασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κατεργαστεί / κατεργασθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κατεργαστεί / κατεργασθεί
εσύ θα έχεις κατεργαστεί / κατεργασθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κατεργαστεί / κατεργασθεί
εμείς θα έχουμε κατεργαστεί / κατεργασθεί
εσείς θα έχετε κατεργαστεί / κατεργασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κατεργαστεί / κατεργασθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) κατεργάζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κατεργάσου
(εσείς) κατεργαστείτε / κατεργασθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

κατεργασμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο (παθητικό)

κατεργαστεί / κατεργασθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.