to lower (to cause to descend)
Πλήρης κλίση του ρήματος κατεβάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κατεβάζω
εσύ κατεβάζεις
αυτός/αυτή/αυτό κατεβάζει
εμείς κατεβάζουμε
εσείς κατεβάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά κατεβάζουν / κατεβάζουνε
Παρατατικός
εγώ κατέβαζα
εσύ κατέβαζες
αυτός/αυτή/αυτό κατέβαζε
εμείς κατεβάζαμε
εσείς κατεβάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατέβαζαν / κατεβάζαν / κατεβάζανε
Αόριστος
εγώ κατέβασα
εσύ κατέβασες
αυτός/αυτή/αυτό κατέβασε
εμείς κατεβάσαμε
εσείς κατεβάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατέβασαν / κατεβάσαν / κατεβάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κατεβάζω
εσύ θα κατεβάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κατεβάζει
εμείς θα κατεβάζουμε
εσείς θα κατεβάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατεβάζουν / θα κατεβάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατεβάσω
εσύ θα κατεβάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κατεβάσει
εμείς θα κατεβάσουμε
εσείς θα κατεβάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατεβάσουν / θα κατεβάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κατεβάσω
εσύ να κατεβάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κατεβάσει
εμείς να κατεβάσουμε
εσείς να κατεβάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κατεβάσουν / κατεβάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κατεβάσει
εσύ έχεις κατεβάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κατεβάσει
εμείς έχουμε κατεβάσει
εσείς έχετε κατεβάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κατεβάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κατεβάσει
εσύ είχες κατεβάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κατεβάσει
εμείς είχαμε κατεβάσει
εσείς είχατε κατεβάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κατεβάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κατεβάσει
εσύ θα έχεις κατεβάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κατεβάσει
εμείς θα έχουμε κατεβάσει
εσείς θα έχετε κατεβάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κατεβάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κατέβαζε
(εσείς) κατεβάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κατέβασε
(εσείς) κατεβάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κατεβάζοντας / έχοντας κατεβάσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
κατεβασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
κατεβάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.