Κλίση του ρήματος καταφτάνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

καταφτάνω
alternative form of καταφθάνω (kataftháno) to arrive in time; arrive unexpectedly
Πλήρης κλίση του ρήματος καταφτάνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καταφτάνω
εσύ καταφτάνεις
αυτός/αυτή/αυτό καταφτάνει
εμείς καταφτάνουμε
εσείς καταφτάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά καταφτάνουν / καταφτάνουνε

Παρατατικός

εγώ κατέφτανα
εσύ κατέφτανες
αυτός/αυτή/αυτό κατέφτανε
εμείς καταφτάναμε
εσείς καταφτάνατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατέφταναν / καταφτάναν / καταφτάνανε

Αόριστος

εγώ κατέφτασα
εσύ κατέφτασες
αυτός/αυτή/αυτό κατέφτασε
εμείς καταφτάσαμε
εσείς καταφτάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατέφτασαν / καταφτάσαν / καταφτάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καταφτάνω
εσύ θα καταφτάνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καταφτάνει
εμείς θα καταφτάνουμε
εσείς θα καταφτάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταφτάνουν / θα καταφτάνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καταφτάσω
εσύ θα καταφτάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καταφτάσει
εμείς θα καταφτάσουμε
εσείς θα καταφτάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταφτάσουν / θα καταφτάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καταφτάσω
εσύ να καταφτάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καταφτάσει
εμείς να καταφτάσουμε
εσείς να καταφτάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καταφτάσουν / καταφτάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καταφτάσει
εσύ έχεις καταφτάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καταφτάσει
εμείς έχουμε καταφτάσει
εσείς έχετε καταφτάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καταφτάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καταφτάσει
εσύ είχες καταφτάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καταφτάσει
εμείς είχαμε καταφτάσει
εσείς είχατε καταφτάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καταφτάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καταφτάσει
εσύ θα έχεις καταφτάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καταφτάσει
εμείς θα έχουμε καταφτάσει
εσείς θα έχετε καταφτάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καταφτάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κατάφτανε
(εσείς) καταφτάνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κατάφτασε
(εσείς) καταφτάστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

καταφτάνοντας / έχοντας καταφτάσει

Απαρέμφατο

καταφτάσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.