to spy
Πλήρης κλίση του ρήματος κατασκοπεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κατασκοπεύω
εσύ κατασκοπεύεις
αυτός/αυτή/αυτό κατασκοπεύει
εμείς κατασκοπεύουμε
εσείς κατασκοπεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά κατασκοπεύουν / κατασκοπεύουνε
Παρατατικός
εγώ κατασκόπευα
εσύ κατασκόπευες
αυτός/αυτή/αυτό κατασκόπευε
εμείς κατασκοπεύαμε
εσείς κατασκοπεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατασκόπευαν / κατασκοπεύαν / κατασκοπεύανε
Αόριστος
εγώ κατασκόπευσα
εσύ κατασκόπευσες
αυτός/αυτή/αυτό κατασκόπευσε
εμείς κατασκοπεύσαμε
εσείς κατασκοπεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατασκόπευσαν / κατασκοπεύσαν / κατασκοπεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κατασκοπεύω
εσύ θα κατασκοπεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κατασκοπεύει
εμείς θα κατασκοπεύουμε
εσείς θα κατασκοπεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατασκοπεύουν / θα κατασκοπεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατασκοπεύσω
εσύ θα κατασκοπεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κατασκοπεύσει
εμείς θα κατασκοπεύσουμε
εσείς θα κατασκοπεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατασκοπεύσουν / θα κατασκοπεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κατασκοπεύσω
εσύ να κατασκοπεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κατασκοπεύσει
εμείς να κατασκοπεύσουμε
εσείς να κατασκοπεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κατασκοπεύσουν / κατασκοπεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κατασκοπεύσει
εσύ έχεις κατασκοπεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κατασκοπεύσει
εμείς έχουμε κατασκοπεύσει
εσείς έχετε κατασκοπεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κατασκοπεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κατασκοπεύσει
εσύ είχες κατασκοπεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κατασκοπεύσει
εμείς είχαμε κατασκοπεύσει
εσείς είχατε κατασκοπεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κατασκοπεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κατασκοπεύσει
εσύ θα έχεις κατασκοπεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κατασκοπεύσει
εμείς θα έχουμε κατασκοπεύσει
εσείς θα έχετε κατασκοπεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κατασκοπεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κατασκόπευε
(εσείς) κατασκοπεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κατασκόπευσε
(εσείς) κατασκοπεύστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κατασκοπεύοντας / έχοντας κατασκοπεύσει
Απαρέμφατο
κατασκοπεύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.