to camp
Πλήρης κλίση του ρήματος κατασκηνώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κατασκηνώνω
εσύ κατασκηνώνεις
αυτός/αυτή/αυτό κατασκηνώνει
εμείς κατασκηνώνουμε
εσείς κατασκηνώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά κατασκηνώνουν / κατασκηνώνουνε
Παρατατικός
εγώ κατασκήνωνα
εσύ κατασκήνωνες
αυτός/αυτή/αυτό κατασκήνωνε
εμείς κατασκηνώναμε
εσείς κατασκηνώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατασκήνωναν / κατασκηνώναν / κατασκηνώνανε
Αόριστος
εγώ κατασκήνωσα
εσύ κατασκήνωσες
αυτός/αυτή/αυτό κατασκήνωσε
εμείς κατασκηνώσαμε
εσείς κατασκηνώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατασκήνωσαν / κατασκηνώσαν / κατασκηνώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κατασκηνώνω
εσύ θα κατασκηνώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κατασκηνώνει
εμείς θα κατασκηνώνουμε
εσείς θα κατασκηνώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατασκηνώνουν / θα κατασκηνώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατασκηνώσω
εσύ θα κατασκηνώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κατασκηνώσει
εμείς θα κατασκηνώσουμε
εσείς θα κατασκηνώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατασκηνώσουν / θα κατασκηνώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κατασκηνώσω
εσύ να κατασκηνώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κατασκηνώσει
εμείς να κατασκηνώσουμε
εσείς να κατασκηνώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κατασκηνώσουν / κατασκηνώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κατασκηνώσει
εσύ έχεις κατασκηνώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κατασκηνώσει
εμείς έχουμε κατασκηνώσει
εσείς έχετε κατασκηνώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κατασκηνώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κατασκηνώσει
εσύ είχες κατασκηνώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κατασκηνώσει
εμείς είχαμε κατασκηνώσει
εσείς είχατε κατασκηνώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κατασκηνώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κατασκηνώσει
εσύ θα έχεις κατασκηνώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κατασκηνώσει
εμείς θα έχουμε κατασκηνώσει
εσείς θα έχετε κατασκηνώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κατασκηνώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κατασκήνωνε
(εσείς) κατασκηνώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κατασκήνωσε
(εσείς) κατασκηνώστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κατασκηνώνοντας / έχοντας κατασκηνώσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
κατασκηνωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
κατασκηνώσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.