Κλίση του ρήματος καταργώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

καταργώ
to abolish, quash, repeal, nullify, negate, annul
Πλήρης κλίση του ρήματος καταργώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καταργώ
εσύ καταργείς
αυτός/αυτή/αυτό καταργεί
εμείς καταργούμε
εσείς καταργείτε
αυτοί/αυτές/αυτά καταργούν / καταργούνε

Παρατατικός

εγώ καταργούσα
εσύ καταργούσες
αυτός/αυτή/αυτό καταργούσε
εμείς καταργούσαμε
εσείς καταργούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά καταργούσαν / καταργούσανε

Αόριστος

εγώ κατάργησα / κατήργησα
εσύ κατάργησες / κατήργησες
αυτός/αυτή/αυτό κατάργησε / κατήργησε
εμείς καταργήσαμε
εσείς καταργήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατάργησαν / καταργήσαν / καταργήσανε / κατήργησαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καταργώ
εσύ θα καταργείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καταργεί
εμείς θα καταργούμε
εσείς θα καταργείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταργούν / θα καταργούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καταργήσω
εσύ θα καταργήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καταργήσει
εμείς θα καταργήσουμε
εσείς θα καταργήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταργήσουν / θα καταργήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καταργήσω
εσύ να καταργήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καταργήσει
εμείς να καταργήσουμε
εσείς να καταργήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καταργήσουν / καταργήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καταργήσει
εσύ έχεις καταργήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καταργήσει
εμείς έχουμε καταργήσει
εσείς έχετε καταργήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καταργήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καταργήσει
εσύ είχες καταργήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καταργήσει
εμείς είχαμε καταργήσει
εσείς είχατε καταργήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καταργήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καταργήσει
εσύ θα έχεις καταργήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καταργήσει
εμείς θα έχουμε καταργήσει
εσείς θα έχετε καταργήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καταργήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) καταργείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κατάργησε
(εσείς) καταργήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καταργούμαι
εσύ καταργείσαι
αυτός/αυτή/αυτό καταργείται
εμείς καταργούμαστε
εσείς καταργείστε
αυτοί/αυτές/αυτά καταργούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό καταργούνταν / καταργείτο
εμείς καταργούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καταργούνταν / καταργούντο

Αόριστος

εγώ καταργήθηκα
εσύ καταργήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό καταργήθηκε
εμείς καταργηθήκαμε
εσείς καταργηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά καταργήθηκαν / καταργηθήκαν / καταργηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καταργούμαι
εσύ θα καταργείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα καταργείται
εμείς θα καταργούμαστε
εσείς θα καταργείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταργούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καταργηθώ
εσύ θα καταργηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καταργηθεί
εμείς θα καταργηθούμε
εσείς θα καταργηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταργηθούν / θα καταργηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καταργηθώ
εσύ να καταργηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να καταργηθεί
εμείς να καταργηθούμε
εσείς να καταργηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να καταργηθούν / καταργηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καταργηθεί
εσύ έχεις καταργηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει καταργηθεί
εμείς έχουμε καταργηθεί
εσείς έχετε καταργηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καταργηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καταργηθεί
εσύ είχες καταργηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε καταργηθεί
εμείς είχαμε καταργηθεί
εσείς είχατε καταργηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καταργηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καταργηθεί
εσύ θα έχεις καταργηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καταργηθεί
εμείς θα έχουμε καταργηθεί
εσείς θα έχετε καταργηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καταργηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) καταργείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) καταργήσου
(εσείς) καταργηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

καταργώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας καταργήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

καταργούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

καταργημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

καταργήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

καταργηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.