Κλίση του ρήματος καταξοδεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

καταξοδεύω
to overspend
Πλήρης κλίση του ρήματος καταξοδεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καταξοδεύω
εσύ καταξοδεύεις
αυτός/αυτή/αυτό καταξοδεύει
εμείς καταξοδεύουμε
εσείς καταξοδεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά καταξοδεύουν / καταξοδεύουνε

Παρατατικός

εγώ καταξόδευα
εσύ καταξόδευες
αυτός/αυτή/αυτό καταξόδευε
εμείς καταξοδεύαμε
εσείς καταξοδεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά καταξόδευαν / καταξοδεύαν / καταξοδεύανε

Αόριστος

εγώ καταξόδεψα
εσύ καταξόδεψες
αυτός/αυτή/αυτό καταξόδεψε
εμείς καταξοδέψαμε
εσείς καταξοδέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά καταξόδεψαν / καταξοδέψαν / καταξοδέψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καταξοδεύω
εσύ θα καταξοδεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καταξοδεύει
εμείς θα καταξοδεύουμε
εσείς θα καταξοδεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταξοδεύουν / θα καταξοδεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καταξοδέψω
εσύ θα καταξοδέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καταξοδέψει
εμείς θα καταξοδέψουμε
εσείς θα καταξοδέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταξοδέψουν / θα καταξοδέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καταξοδέψω
εσύ να καταξοδέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να καταξοδέψει
εμείς να καταξοδέψουμε
εσείς να καταξοδέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καταξοδέψουν / καταξοδέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καταξοδέψει
εσύ έχεις καταξοδέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καταξοδέψει
εμείς έχουμε καταξοδέψει
εσείς έχετε καταξοδέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καταξοδέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καταξοδέψει
εσύ είχες καταξοδέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καταξοδέψει
εμείς είχαμε καταξοδέψει
εσείς είχατε καταξοδέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καταξοδέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καταξοδέψει
εσύ θα έχεις καταξοδέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καταξοδέψει
εμείς θα έχουμε καταξοδέψει
εσείς θα έχετε καταξοδέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καταξοδέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) καταξόδευε
(εσείς) καταξοδεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) καταξόδεψε / καταξόδευ'
(εσείς) καταξοδέψτε / καταξοδεύτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καταξοδεύομαι
εσύ καταξοδεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό καταξοδεύεται
εμείς καταξοδευόμαστε
εσείς καταξοδεύεστε / καταξοδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καταξοδεύονται

Παρατατικός

εγώ καταξοδευόμουν / καταξοδευόμουνα
εσύ καταξοδευόσουν / καταξοδευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό καταξοδευόταν / καταξοδευότανε
εμείς καταξοδευόμασταν / καταξοδευόμαστε
εσείς καταξοδευόσασταν / καταξοδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καταξοδεύονταν / καταξοδευόντουσαν

Αόριστος

εγώ καταξοδεύτηκα
εσύ καταξοδεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό καταξοδεύτηκε
εμείς καταξοδευτήκαμε
εσείς καταξοδευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά καταξοδεύτηκαν / καταξοδευτήκαν / καταξοδευτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καταξοδεύομαι
εσύ θα καταξοδεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα καταξοδεύεται
εμείς θα καταξοδευόμαστε
εσείς θα καταξοδεύεστε / θα καταξοδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταξοδεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καταξοδευτώ
εσύ θα καταξοδευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καταξοδευτεί
εμείς θα καταξοδευτούμε
εσείς θα καταξοδευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταξοδευτούν / θα καταξοδευτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καταξοδευτώ
εσύ να καταξοδευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να καταξοδευτεί
εμείς να καταξοδευτούμε
εσείς να καταξοδευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να καταξοδευτούν / καταξοδευτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καταξοδευτεί
εσύ έχεις καταξοδευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει καταξοδευτεί
εμείς έχουμε καταξοδευτεί
εσείς έχετε καταξοδευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καταξοδευτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καταξοδευτεί
εσύ είχες καταξοδευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε καταξοδευτεί
εμείς είχαμε καταξοδευτεί
εσείς είχατε καταξοδευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καταξοδευτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καταξοδευτεί
εσύ θα έχεις καταξοδευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καταξοδευτεί
εμείς θα έχουμε καταξοδευτεί
εσείς θα έχετε καταξοδευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καταξοδευτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) καταξοδεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) καταξοδέψου
(εσείς) καταξοδευτείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

καταξοδεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας καταξοδέψει

Μετοχή παρακειμένου

καταξοδεμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

καταξοδέψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

καταξοδευτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.