Κλίση του ρήματος καταντάω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

καταντάω
to end up, be reduced to, lower oneself to (to degenerate into an undesired state or condition)
Πλήρης κλίση του ρήματος καταντάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καταντάω / καταντώ
εσύ καταντάς
αυτός/αυτή/αυτό καταντάει / καταντά
εμείς καταντάμε / καταντούμε
εσείς καταντάτε
αυτοί/αυτές/αυτά καταντάνε / καταντάν / καταντούν / καταντούνε

Παρατατικός

εγώ καταντούσα / κατάνταγα
εσύ καταντούσες / κατάνταγες
αυτός/αυτή/αυτό καταντούσε / κατάνταγε
εμείς καταντούσαμε / καταντάγαμε
εσείς καταντούσατε / καταντάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά καταντούσαν / καταντούσανε / κατάνταγαν / καταντάγανε

Αόριστος

εγώ κατάντησα / κατήντησα
εσύ κατάντησες / κατήντησες
αυτός/αυτή/αυτό κατάντησε / κατήντησε
εμείς καταντήσαμε
εσείς καταντήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατάντησαν / καταντήσαν / καταντήσανε / κατήντησαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καταντάω / θα καταντώ
εσύ θα καταντάς
αυτός/αυτή/αυτό θα καταντάει / θα καταντά
εμείς θα καταντάμε / θα καταντούμε
εσείς θα καταντάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταντάνε / θα καταντάν / θα καταντούν / θα καταντούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καταντήσω
εσύ θα καταντήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καταντήσει
εμείς θα καταντήσουμε
εσείς θα καταντήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταντήσουν / θα καταντήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καταντήσω
εσύ να καταντήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καταντήσει
εμείς να καταντήσουμε
εσείς να καταντήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καταντήσουν / καταντήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καταντήσει
εσύ έχεις καταντήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καταντήσει
εμείς έχουμε καταντήσει
εσείς έχετε καταντήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καταντήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καταντήσει
εσύ είχες καταντήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καταντήσει
εμείς είχαμε καταντήσει
εσείς είχατε καταντήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καταντήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καταντήσει
εσύ θα έχεις καταντήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καταντήσει
εμείς θα έχουμε καταντήσει
εσείς θα έχετε καταντήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καταντήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κατάντα / κατάνταγε
(εσείς) καταντάτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κατάντησε / κατάντα
(εσείς) καταντήστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

καταντώντας / έχοντας καταντήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

καταντημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

καταντήσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.