Κλίση του ρήματος καταναλώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

καταναλώνω
to consume
Πλήρης κλίση του ρήματος καταναλώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καταναλώνω
εσύ καταναλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό καταναλώνει
εμείς καταναλώνουμε
εσείς καταναλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά καταναλώνουν / καταναλώνουνε

Παρατατικός

εγώ κατανάλωνα
εσύ κατανάλωνες
αυτός/αυτή/αυτό κατανάλωνε
εμείς καταναλώναμε
εσείς καταναλώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατανάλωναν / καταναλώναν / καταναλώνανε

Αόριστος

εγώ κατανάλωσα
εσύ κατανάλωσες
αυτός/αυτή/αυτό κατανάλωσε
εμείς καταναλώσαμε
εσείς καταναλώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατανάλωσαν / καταναλώσαν / καταναλώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καταναλώνω
εσύ θα καταναλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καταναλώνει
εμείς θα καταναλώνουμε
εσείς θα καταναλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταναλώνουν / θα καταναλώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καταναλώσω
εσύ θα καταναλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καταναλώσει
εμείς θα καταναλώσουμε
εσείς θα καταναλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταναλώσουν / θα καταναλώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καταναλώσω
εσύ να καταναλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καταναλώσει
εμείς να καταναλώσουμε
εσείς να καταναλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καταναλώσουν / καταναλώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καταναλώσει
εσύ έχεις καταναλώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καταναλώσει
εμείς έχουμε καταναλώσει
εσείς έχετε καταναλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καταναλώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καταναλώσει
εσύ είχες καταναλώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καταναλώσει
εμείς είχαμε καταναλώσει
εσείς είχατε καταναλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καταναλώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καταναλώσει
εσύ θα έχεις καταναλώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καταναλώσει
εμείς θα έχουμε καταναλώσει
εσείς θα έχετε καταναλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καταναλώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κατανάλωνε
(εσείς) καταναλώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κατανάλωσε
(εσείς) καταναλώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καταναλώνομαι
εσύ καταναλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό καταναλώνεται
εμείς καταναλωνόμαστε
εσείς καταναλώνεστε / καταναλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καταναλώνονται

Παρατατικός

εγώ καταναλωνόμουν / καταναλωνόμουνα
εσύ καταναλωνόσουν / καταναλωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό καταναλωνόταν / καταναλωνότανε
εμείς καταναλωνόμασταν / καταναλωνόμαστε
εσείς καταναλωνόσασταν / καταναλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καταναλώνονταν / καταναλωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ καταναλώθηκα
εσύ καταναλώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό καταναλώθηκε
εμείς καταναλωθήκαμε
εσείς καταναλωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά καταναλώθηκαν / καταναλωθήκαν / καταναλωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καταναλώνομαι
εσύ θα καταναλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα καταναλώνεται
εμείς θα καταναλωνόμαστε
εσείς θα καταναλώνεστε / θα καταναλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταναλώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καταναλωθώ
εσύ θα καταναλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καταναλωθεί
εμείς θα καταναλωθούμε
εσείς θα καταναλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταναλωθούν / θα καταναλωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καταναλωθώ
εσύ να καταναλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να καταναλωθεί
εμείς να καταναλωθούμε
εσείς να καταναλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να καταναλωθούν / καταναλωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καταναλωθεί
εσύ έχεις καταναλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει καταναλωθεί
εμείς έχουμε καταναλωθεί
εσείς έχετε καταναλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καταναλωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καταναλωθεί
εσύ είχες καταναλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε καταναλωθεί
εμείς είχαμε καταναλωθεί
εσείς είχατε καταναλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καταναλωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καταναλωθεί
εσύ θα έχεις καταναλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καταναλωθεί
εμείς θα έχουμε καταναλωθεί
εσείς θα έχετε καταναλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καταναλωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) καταναλώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) καταναλώσου
(εσείς) καταναλωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

καταναλώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας καταναλώσει

Μετοχή παρακειμένου

καταναλωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

καταναλώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

καταναλωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.