to force
Πλήρης κλίση του ρήματος καταναγκάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καταναγκάζω
εσύ καταναγκάζεις
αυτός/αυτή/αυτό καταναγκάζει
εμείς καταναγκάζουμε
εσείς καταναγκάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά καταναγκάζουν / καταναγκάζουνε
Παρατατικός
εγώ κατανάγκαζα
εσύ κατανάγκαζες
αυτός/αυτή/αυτό κατανάγκαζε
εμείς καταναγκάζαμε
εσείς καταναγκάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατανάγκαζαν / καταναγκάζαν / καταναγκάζανε
Αόριστος
εγώ κατανάγκασα
εσύ κατανάγκασες
αυτός/αυτή/αυτό κατανάγκασε
εμείς καταναγκάσαμε
εσείς καταναγκάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατανάγκασαν / καταναγκάσαν / καταναγκάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καταναγκάζω
εσύ θα καταναγκάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καταναγκάζει
εμείς θα καταναγκάζουμε
εσείς θα καταναγκάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταναγκάζουν / θα καταναγκάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταναγκάσω
εσύ θα καταναγκάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καταναγκάσει
εμείς θα καταναγκάσουμε
εσείς θα καταναγκάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταναγκάσουν / θα καταναγκάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να καταναγκάσω
εσύ να καταναγκάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καταναγκάσει
εμείς να καταναγκάσουμε
εσείς να καταναγκάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καταναγκάσουν / καταναγκάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω καταναγκάσει
εσύ έχεις καταναγκάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καταναγκάσει
εμείς έχουμε καταναγκάσει
εσείς έχετε καταναγκάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καταναγκάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καταναγκάσει
εσύ είχες καταναγκάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καταναγκάσει
εμείς είχαμε καταναγκάσει
εσείς είχατε καταναγκάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καταναγκάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καταναγκάσει
εσύ θα έχεις καταναγκάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καταναγκάσει
εμείς θα έχουμε καταναγκάσει
εσείς θα έχετε καταναγκάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καταναγκάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κατανάγκαζε
(εσείς) καταναγκάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κατανάγκασε
(εσείς) καταναγκάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καταναγκάζομαι
εσύ καταναγκάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό καταναγκάζεται
εμείς καταναγκαζόμαστε
εσείς καταναγκάζεστε / καταναγκαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καταναγκάζονται
Παρατατικός
εγώ καταναγκαζόμουν / καταναγκαζόμουνα
εσύ καταναγκαζόσουν / καταναγκαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό καταναγκαζόταν / καταναγκαζότανε
εμείς καταναγκαζόμασταν / καταναγκαζόμαστε
εσείς καταναγκαζόσασταν / καταναγκαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καταναγκάζονταν / καταναγκαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ καταναγκάστηκα
εσύ καταναγκάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό καταναγκάστηκε
εμείς καταναγκαστήκαμε
εσείς καταναγκαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά καταναγκάστηκαν / καταναγκαστήκαν / καταναγκαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καταναγκάζομαι
εσύ θα καταναγκάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα καταναγκάζεται
εμείς θα καταναγκαζόμαστε
εσείς θα καταναγκάζεστε / θα καταναγκαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταναγκάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταναγκαστώ
εσύ θα καταναγκαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καταναγκαστεί
εμείς θα καταναγκαστούμε
εσείς θα καταναγκαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταναγκαστούν / θα καταναγκαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να καταναγκαστώ
εσύ να καταναγκαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να καταναγκαστεί
εμείς να καταναγκαστούμε
εσείς να καταναγκαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να καταναγκαστούν / καταναγκαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω καταναγκαστεί
εσύ έχεις καταναγκαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει καταναγκαστεί
εμείς έχουμε καταναγκαστεί
εσείς έχετε καταναγκαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καταναγκαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καταναγκαστεί
εσύ είχες καταναγκαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε καταναγκαστεί
εμείς είχαμε καταναγκαστεί
εσείς είχατε καταναγκαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καταναγκαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καταναγκαστεί
εσύ θα έχεις καταναγκαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καταναγκαστεί
εμείς θα έχουμε καταναγκαστεί
εσείς θα έχετε καταναγκαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καταναγκαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) καταναγκάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) καταναγκάσου
(εσείς) καταναγκαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
καταναγκάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας καταναγκάσει
Μετοχή παρακειμένου
καταναγκασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
καταναγκάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
καταναγκαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.