to abolish, break down
Πλήρης κλίση του ρήματος καταλύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καταλύω
εσύ καταλύεις
αυτός/αυτή/αυτό καταλύει
εμείς καταλύουμε
εσείς καταλύετε
αυτοί/αυτές/αυτά καταλύουν / καταλύουνε
Παρατατικός
εγώ κατέλυα
εσύ κατέλυες
αυτός/αυτή/αυτό κατέλυε
εμείς καταλύαμε
εσείς καταλύατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατέλυαν / καταλύαν / καταλύανε
Αόριστος
εγώ κατέλυσα
εσύ κατέλυσες
αυτός/αυτή/αυτό κατέλυσε
εμείς καταλύσαμε
εσείς καταλύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατέλυσαν / καταλύσαν / καταλύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καταλύω
εσύ θα καταλύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καταλύει
εμείς θα καταλύουμε
εσείς θα καταλύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταλύουν / θα καταλύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταλύσω
εσύ θα καταλύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καταλύσει
εμείς θα καταλύσουμε
εσείς θα καταλύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταλύσουν / θα καταλύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να καταλύσω
εσύ να καταλύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καταλύσει
εμείς να καταλύσουμε
εσείς να καταλύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καταλύσουν / καταλύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω καταλύσει
εσύ έχεις καταλύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καταλύσει
εμείς έχουμε καταλύσει
εσείς έχετε καταλύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καταλύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καταλύσει
εσύ είχες καταλύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καταλύσει
εμείς είχαμε καταλύσει
εσείς είχατε καταλύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καταλύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καταλύσει
εσύ θα έχεις καταλύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καταλύσει
εμείς θα έχουμε καταλύσει
εσείς θα έχετε καταλύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καταλύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κατάλυε
(εσείς) καταλύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κατάλυσε
(εσείς) καταλύστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καταλύομαι
εσύ καταλύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό καταλύεται
εμείς καταλυόμαστε
εσείς καταλύεστε / καταλυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καταλύονται
Παρατατικός
εγώ καταλυόμουν / καταλυόμουνα
εσύ καταλυόσουν / καταλυόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό καταλυόταν / καταλυότανε
εμείς καταλυόμασταν / καταλυόμαστε
εσείς καταλυόσασταν / καταλυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καταλύονταν / καταλυόντουσαν
Αόριστος
εγώ καταλύθηκα
εσύ καταλύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό καταλύθηκε / κατελύθη
εμείς καταλυθήκαμε
εσείς καταλυθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά καταλύθηκαν / καταλυθήκαν / καταλυθήκανε / κατελύθησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καταλύομαι
εσύ θα καταλύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα καταλύεται
εμείς θα καταλυόμαστε
εσείς θα καταλύεστε / θα καταλυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταλύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταλυθώ
εσύ θα καταλυθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καταλυθεί
εμείς θα καταλυθούμε
εσείς θα καταλυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταλυθούν / θα καταλυθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να καταλυθώ
εσύ να καταλυθείς
αυτός/αυτή/αυτό να καταλυθεί
εμείς να καταλυθούμε
εσείς να καταλυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να καταλυθούν / καταλυθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω καταλυθεί
εσύ έχεις καταλυθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει καταλυθεί
εμείς έχουμε καταλυθεί
εσείς έχετε καταλυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καταλυθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καταλυθεί
εσύ είχες καταλυθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε καταλυθεί
εμείς είχαμε καταλυθεί
εσείς είχατε καταλυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καταλυθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καταλυθεί
εσύ θα έχεις καταλυθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καταλυθεί
εμείς θα έχουμε καταλυθεί
εσείς θα έχετε καταλυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καταλυθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) καταλύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) καταλύσου
(εσείς) καταλυθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
καταλύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας καταλύσει
Απαρέμφατο
καταλύσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
καταλυθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.