to detain unlawfully
Πλήρης κλίση του ρήματος κατακρατώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κατακρατώ
εσύ κατακρατείς
αυτός/αυτή/αυτό κατακρατεί
εμείς κατακρατούμε
εσείς κατακρατείτε
αυτοί/αυτές/αυτά κατακρατούν / κατακρατούνε
Παρατατικός
εγώ κατακρατούσα
εσύ κατακρατούσες
αυτός/αυτή/αυτό κατακρατούσε
εμείς κατακρατούσαμε
εσείς κατακρατούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατακρατούσαν / κατακρατούσανε
Αόριστος
εγώ κατακράτησα
εσύ κατακράτησες
αυτός/αυτή/αυτό κατακράτησε
εμείς κατακρατήσαμε
εσείς κατακρατήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατακράτησαν / κατακρατήσαν / κατακρατήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κατακρατώ
εσύ θα κατακρατείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κατακρατεί
εμείς θα κατακρατούμε
εσείς θα κατακρατείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατακρατούν / θα κατακρατούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατακρατήσω
εσύ θα κατακρατήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κατακρατήσει
εμείς θα κατακρατήσουμε
εσείς θα κατακρατήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατακρατήσουν / θα κατακρατήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κατακρατήσω
εσύ να κατακρατήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κατακρατήσει
εμείς να κατακρατήσουμε
εσείς να κατακρατήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κατακρατήσουν / κατακρατήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κατακρατήσει
εσύ έχεις κατακρατήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κατακρατήσει
εμείς έχουμε κατακρατήσει
εσείς έχετε κατακρατήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κατακρατήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κατακρατήσει
εσύ είχες κατακρατήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κατακρατήσει
εμείς είχαμε κατακρατήσει
εσείς είχατε κατακρατήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κατακρατήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κατακρατήσει
εσύ θα έχεις κατακρατήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κατακρατήσει
εμείς θα έχουμε κατακρατήσει
εσείς θα έχετε κατακρατήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κατακρατήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) κατακρατείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κατακράτησε
(εσείς) κατακρατήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κατακρατούμαι
εσύ κατακρατείσαι
αυτός/αυτή/αυτό κατακρατείται
εμείς κατακρατούμαστε
εσείς κατακρατείστε
αυτοί/αυτές/αυτά κατακρατούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό κατακρατούνταν / κατακρατείτο
εμείς κατακρατούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κατακρατούνταν / κατακρατούντο
Αόριστος
εγώ κατακρατήθηκα
εσύ κατακρατήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό κατακρατήθηκε
εμείς κατακρατηθήκαμε
εσείς κατακρατηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατακρατήθηκαν / κατακρατηθήκαν / κατακρατηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κατακρατούμαι
εσύ θα κατακρατείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κατακρατείται
εμείς θα κατακρατούμαστε
εσείς θα κατακρατείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατακρατούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατακρατηθώ
εσύ θα κατακρατηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κατακρατηθεί
εμείς θα κατακρατηθούμε
εσείς θα κατακρατηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κατακρατηθούν / θα κατακρατηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κατακρατηθώ
εσύ να κατακρατηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να κατακρατηθεί
εμείς να κατακρατηθούμε
εσείς να κατακρατηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κατακρατηθούν / κατακρατηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κατακρατηθεί
εσύ έχεις κατακρατηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κατακρατηθεί
εμείς έχουμε κατακρατηθεί
εσείς έχετε κατακρατηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κατακρατηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κατακρατηθεί
εσύ είχες κατακρατηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κατακρατηθεί
εμείς είχαμε κατακρατηθεί
εσείς είχατε κατακρατηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κατακρατηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κατακρατηθεί
εσύ θα έχεις κατακρατηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κατακρατηθεί
εμείς θα έχουμε κατακρατηθεί
εσείς θα έχετε κατακρατηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κατακρατηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) κατακρατείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κατακρατήσου
(εσείς) κατακρατηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κατακρατώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας κατακρατήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
κατακρατούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
κατακρατημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
κατακρατήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
κατακρατηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.