to depress (to make psychologically depressed)
Πλήρης κλίση του ρήματος καταθλίβω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καταθλίβω
εσύ καταθλίβεις
αυτός/αυτή/αυτό καταθλίβει
εμείς καταθλίβουμε
εσείς καταθλίβετε
αυτοί/αυτές/αυτά καταθλίβουν / καταθλίβουνε
Παρατατικός
εγώ κατέθλιβα
εσύ κατέθλιβες
αυτός/αυτή/αυτό κατέθλιβε
εμείς καταθλίβαμε
εσείς καταθλίβατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατέθλιβαν / καταθλίβαν / καταθλίβανε
Αόριστος
εγώ κατέθλιψα
εσύ κατέθλιψες
αυτός/αυτή/αυτό κατέθλιψε
εμείς καταθλίψαμε
εσείς καταθλίψατε
αυτοί/αυτές/αυτά κατέθλιψαν / καταθλίψαν / καταθλίψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καταθλίβω
εσύ θα καταθλίβεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καταθλίβει
εμείς θα καταθλίβουμε
εσείς θα καταθλίβετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταθλίβουν / θα καταθλίβουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταθλίψω
εσύ θα καταθλίψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καταθλίψει
εμείς θα καταθλίψουμε
εσείς θα καταθλίψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταθλίψουν / θα καταθλίψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να καταθλίψω
εσύ να καταθλίψεις
αυτός/αυτή/αυτό να καταθλίψει
εμείς να καταθλίψουμε
εσείς να καταθλίψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καταθλίψουν / καταθλίψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω καταθλίψει
εσύ έχεις καταθλίψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καταθλίψει
εμείς έχουμε καταθλίψει
εσείς έχετε καταθλίψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καταθλίψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καταθλίψει
εσύ είχες καταθλίψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καταθλίψει
εμείς είχαμε καταθλίψει
εσείς είχατε καταθλίψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καταθλίψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καταθλίψει
εσύ θα έχεις καταθλίψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καταθλίψει
εμείς θα έχουμε καταθλίψει
εσείς θα έχετε καταθλίψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καταθλίψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κατάθλιβε
(εσείς) καταθλίβετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κατάθλιψε
(εσείς) καταθλίψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καταθλίβομαι
εσύ καταθλίβεσαι
αυτός/αυτή/αυτό καταθλίβεται
εμείς καταθλιβόμαστε
εσείς καταθλίβεστε / καταθλιβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καταθλίβονται
Παρατατικός
εγώ καταθλιβόμουν / καταθλιβόμουνα
εσύ καταθλιβόσουν / καταθλιβόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό καταθλιβόταν / καταθλιβότανε
εμείς καταθλιβόμασταν / καταθλιβόμαστε
εσείς καταθλιβόσασταν / καταθλιβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καταθλίβονταν / καταθλιβόντουσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καταθλίβομαι
εσύ θα καταθλίβεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα καταθλίβεται
εμείς θα καταθλιβόμαστε
εσείς θα καταθλίβεστε / θα καταθλιβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταθλίβονται
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) καταθλίβεστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
καταθλίβοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας καταθλίψει
Μετοχή παρακειμένου
καταθλιμμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
καταθλίψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.