Κλίση του ρήματος καταδικάζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

καταδικάζω
to sentence, to condemn (to assign punishment)
Πλήρης κλίση του ρήματος καταδικάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καταδικάζω
εσύ καταδικάζεις
αυτός/αυτή/αυτό καταδικάζει
εμείς καταδικάζουμε
εσείς καταδικάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά καταδικάζουν / καταδικάζουνε

Παρατατικός

εγώ καταδίκαζα
εσύ καταδίκαζες
αυτός/αυτή/αυτό καταδίκαζε
εμείς καταδικάζαμε
εσείς καταδικάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά καταδίκαζαν / καταδικάζαν / καταδικάζανε

Αόριστος

εγώ καταδίκασα
εσύ καταδίκασες
αυτός/αυτή/αυτό καταδίκασε
εμείς καταδικάσαμε
εσείς καταδικάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά καταδίκασαν / καταδικάσαν / καταδικάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καταδικάζω
εσύ θα καταδικάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καταδικάζει
εμείς θα καταδικάζουμε
εσείς θα καταδικάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταδικάζουν / θα καταδικάζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καταδικάσω
εσύ θα καταδικάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καταδικάσει
εμείς θα καταδικάσουμε
εσείς θα καταδικάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταδικάσουν / θα καταδικάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καταδικάσω
εσύ να καταδικάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καταδικάσει
εμείς να καταδικάσουμε
εσείς να καταδικάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καταδικάσουν / καταδικάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καταδικάσει
εσύ έχεις καταδικάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καταδικάσει
εμείς έχουμε καταδικάσει
εσείς έχετε καταδικάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καταδικάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καταδικάσει
εσύ είχες καταδικάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καταδικάσει
εμείς είχαμε καταδικάσει
εσείς είχατε καταδικάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καταδικάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καταδικάσει
εσύ θα έχεις καταδικάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καταδικάσει
εμείς θα έχουμε καταδικάσει
εσείς θα έχετε καταδικάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καταδικάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) καταδίκαζε
(εσείς) καταδικάζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) καταδίκασε
(εσείς) καταδικάστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καταδικάζομαι
εσύ καταδικάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό καταδικάζεται
εμείς καταδικαζόμαστε
εσείς καταδικάζεστε / καταδικαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καταδικάζονται

Παρατατικός

εγώ καταδικαζόμουν / καταδικαζόμουνα
εσύ καταδικαζόσουν / καταδικαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό καταδικαζόταν / καταδικαζότανε
εμείς καταδικαζόμασταν / καταδικαζόμαστε
εσείς καταδικαζόσασταν / καταδικαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καταδικάζονταν / καταδικαζόντουσαν

Αόριστος

εγώ καταδικάστηκα
εσύ καταδικάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό καταδικάστηκε
εμείς καταδικαστήκαμε
εσείς καταδικαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά καταδικάστηκαν / καταδικαστήκαν / καταδικαστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καταδικάζομαι
εσύ θα καταδικάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα καταδικάζεται
εμείς θα καταδικαζόμαστε
εσείς θα καταδικάζεστε / θα καταδικαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταδικάζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καταδικαστώ
εσύ θα καταδικαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καταδικαστεί
εμείς θα καταδικαστούμε
εσείς θα καταδικαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καταδικαστούν / θα καταδικαστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καταδικαστώ
εσύ να καταδικαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να καταδικαστεί
εμείς να καταδικαστούμε
εσείς να καταδικαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να καταδικαστούν / καταδικαστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καταδικαστεί
εσύ έχεις καταδικαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει καταδικαστεί
εμείς έχουμε καταδικαστεί
εσείς έχετε καταδικαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καταδικαστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καταδικαστεί
εσύ είχες καταδικαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε καταδικαστεί
εμείς είχαμε καταδικαστεί
εσείς είχατε καταδικαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καταδικαστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καταδικαστεί
εσύ θα έχεις καταδικαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καταδικαστεί
εμείς θα έχουμε καταδικαστεί
εσείς θα έχετε καταδικαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καταδικαστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) καταδικάζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) καταδικάσου
(εσείς) καταδικαστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

καταδικάζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας καταδικάσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

καταδικαζόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

καταδικασμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

καταδικάσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

καταδικαστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.