to add spice, to flavour
Πλήρης κλίση του ρήματος καρυκεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καρυκεύω
εσύ καρυκεύεις
αυτός/αυτή/αυτό καρυκεύει
εμείς καρυκεύουμε
εσείς καρυκεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά καρυκεύουν / καρυκεύουνε
Παρατατικός
εγώ καρύκευα
εσύ καρύκευες
αυτός/αυτή/αυτό καρύκευε
εμείς καρυκεύαμε
εσείς καρυκεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά καρύκευαν / καρυκεύαν / καρυκεύανε
Αόριστος
εγώ καρύκεψα
εσύ καρύκεψες
αυτός/αυτή/αυτό καρύκεψε
εμείς καρυκέψαμε
εσείς καρυκέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά καρύκεψαν / καρυκέψαν / καρυκέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καρυκεύω
εσύ θα καρυκεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καρυκεύει
εμείς θα καρυκεύουμε
εσείς θα καρυκεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καρυκεύουν / θα καρυκεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καρυκέψω
εσύ θα καρυκέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καρυκέψει
εμείς θα καρυκέψουμε
εσείς θα καρυκέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καρυκέψουν / θα καρυκέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να καρυκέψω
εσύ να καρυκέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να καρυκέψει
εμείς να καρυκέψουμε
εσείς να καρυκέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καρυκέψουν / καρυκέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω καρυκέψει
εσύ έχεις καρυκέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καρυκέψει
εμείς έχουμε καρυκέψει
εσείς έχετε καρυκέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καρυκέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καρυκέψει
εσύ είχες καρυκέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καρυκέψει
εμείς είχαμε καρυκέψει
εσείς είχατε καρυκέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καρυκέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καρυκέψει
εσύ θα έχεις καρυκέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καρυκέψει
εμείς θα έχουμε καρυκέψει
εσείς θα έχετε καρυκέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καρυκέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) καρύκευε
(εσείς) καρυκεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) καρύκεψε
(εσείς) καρυκέψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καρυκεύομαι
εσύ καρυκεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό καρυκεύεται
εμείς καρυκευόμαστε
εσείς καρυκεύεστε / καρυκευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καρυκεύονται
Παρατατικός
εγώ καρυκευόμουν / καρυκευόμουνα
εσύ καρυκευόσουν / καρυκευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό καρυκευόταν / καρυκευότανε
εμείς καρυκευόμασταν / καρυκευόμαστε
εσείς καρυκευόσασταν / καρυκευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καρυκεύονταν / καρυκευόντουσαν
Αόριστος
εγώ καρυκεύτηκα
εσύ καρυκεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό καρυκεύτηκε
εμείς καρυκευτήκαμε
εσείς καρυκευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά καρυκεύτηκαν / καρυκευτήκαν / καρυκευτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καρυκεύομαι
εσύ θα καρυκεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα καρυκεύεται
εμείς θα καρυκευόμαστε
εσείς θα καρυκεύεστε / θα καρυκευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καρυκεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καρυκευτώ
εσύ θα καρυκευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καρυκευτεί
εμείς θα καρυκευτούμε
εσείς θα καρυκευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καρυκευτούν / θα καρυκευτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να καρυκευτώ
εσύ να καρυκευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να καρυκευτεί
εμείς να καρυκευτούμε
εσείς να καρυκευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να καρυκευτούν / καρυκευτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω καρυκευτεί
εσύ έχεις καρυκευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει καρυκευτεί
εμείς έχουμε καρυκευτεί
εσείς έχετε καρυκευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καρυκευτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καρυκευτεί
εσύ είχες καρυκευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε καρυκευτεί
εμείς είχαμε καρυκευτεί
εσείς είχατε καρυκευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καρυκευτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καρυκευτεί
εσύ θα έχεις καρυκευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καρυκευτεί
εμείς θα έχουμε καρυκευτεί
εσείς θα έχετε καρυκευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καρυκευτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) καρυκεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) καρυκέψου
(εσείς) καρυκευτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
καρυκεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας καρυκέψει
Μετοχή παρακειμένου
καρυκευμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
καρυκέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
καρυκευτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.