Κλίση του ρήματος καρτερώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

καρτερώ
synonym of περιμένω (periméno): wait for (colloquial, in literature)
Πλήρης κλίση του ρήματος καρτερώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καρετεράω - καρετερώ
εσύ καρετεράς - καρετερείς
αυτός/αυτή/αυτό καρετεράει / καρετερά - καρετερεί
εμείς καρετεράμε - καρετερούμε
εσείς καρετεράτε - καρετερείτε
αυτοί/αυτές/αυτά καρετεράνε / καρετεράν / καρετερούν / καρετερούνε

Παρατατικός

εγώ καρετερούσα / καρτέραγα
εσύ καρετερούσες / καρτέραγες
αυτός/αυτή/αυτό καρετερούσε / καρτέραγε
εμείς καρετερούσαμε / καρετεράγαμε
εσείς καρετερούσατε / καρετεράγατε
αυτοί/αυτές/αυτά καρετερούσαν / καρετερούσανε / καρτέραγαν / καρετεράγανε

Αόριστος

εγώ καρτέρησα / καρτέρεσα
εσύ καρτέρησες / καρτέρεσες
αυτός/αυτή/αυτό καρτέρησε / καρτέρεσε
εμείς καρετερήσαμε / καρτέρεσαμε
εσείς καρετερήσατε / καρτέρεσατε
αυτοί/αυτές/αυτά καρτέρησαν / καρετερήσαν / καρετερήσανε / καρτέρεσαν / καρτερέσαν / καρτερέσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καρετεράω - καρετερώ
εσύ θα καρετεράς - καρετερείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καρετεράει / θα καρετερά - καρετερεί
εμείς θα καρετεράμε - καρετερούμε
εσείς θα καρετεράτε - καρετερείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καρετεράνε / θα καρετεράν / θα καρετερούν / θα καρετερούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καρετερήσω / θα καρτερέσω
εσύ θα καρετερήσεις / θα καρτερέσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καρετερήσει / θα καρτερέσει
εμείς θα καρετερήσουμε / θα καρτερέσουμε
εσείς θα καρετερήσετε / θα καρτερέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καρετερήσουν / θα καρετερήσουνε / θα καρτερέσουν / θα καρτερέσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καρετερήσω / καρτερέσω
εσύ να καρετερήσεις / καρτερέσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καρετερήσει / καρτερέσει
εμείς να καρετερήσουμε / καρτερέσουμε
εσείς να καρετερήσετε / καρτερέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καρετερήσουν / καρετερήσουνε / καρτερέσουν / καρτερέσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καρετερήσει / καρτερέσει
εσύ έχεις καρετερήσει / καρτερέσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καρετερήσει / καρτερέσει
εμείς έχουμε καρετερήσει / καρτερέσει
εσείς έχετε καρετερήσει / καρτερέσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καρετερήσει / καρτερέσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καρετερήσει / καρτερέσει
εσύ είχες καρετερήσει / καρτερέσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καρετερήσει / καρτερέσει
εμείς είχαμε καρετερήσει / καρτερέσει
εσείς είχατε καρετερήσει / καρτερέσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καρετερήσει / καρτερέσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καρετερήσει / καρτερέσει
εσύ θα έχεις καρετερήσει / καρτερέσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καρετερήσει / καρτερέσει
εμείς θα έχουμε καρετερήσει / καρτερέσει
εσείς θα έχετε καρετερήσει / καρτερέσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καρετερήσει / καρτερέσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) καρτέρα / καρτέραγε
(εσείς) καρετεράτε - καρετερείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) καρτέρησε / καρτέρεσε / καρτέρα
(εσείς) καρετερήστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

καρετερώντας / έχοντας καρετερήσει / καρτερέσει

Απαρέμφατο

καρετερήσει / καρτερέσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.