to bear fruit, to yield fruit, to fructify
Πλήρης κλίση του ρήματος καρποφορώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καρποφορώ
εσύ καρποφορείς
αυτός/αυτή/αυτό καρποφορεί
εμείς καρποφορούμε
εσείς καρποφορείτε
αυτοί/αυτές/αυτά καρποφορούν / καρποφορούνε
Παρατατικός
εγώ καρποφορούσα
εσύ καρποφορούσες
αυτός/αυτή/αυτό καρποφορούσε
εμείς καρποφορούσαμε
εσείς καρποφορούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά καρποφορούσαν / καρποφορούσανε
Αόριστος
εγώ καρποφόρησα
εσύ καρποφόρησες
αυτός/αυτή/αυτό καρποφόρησε
εμείς καρποφορήσαμε
εσείς καρποφορήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά καρποφόρησαν / καρποφορήσαν / καρποφορήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καρποφορώ
εσύ θα καρποφορείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καρποφορεί
εμείς θα καρποφορούμε
εσείς θα καρποφορείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καρποφορούν / θα καρποφορούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καρποφορήσω
εσύ θα καρποφορήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καρποφορήσει
εμείς θα καρποφορήσουμε
εσείς θα καρποφορήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καρποφορήσουν / θα καρποφορήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να καρποφορήσω
εσύ να καρποφορήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καρποφορήσει
εμείς να καρποφορήσουμε
εσείς να καρποφορήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καρποφορήσουν / καρποφορήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω καρποφορήσει
εσύ έχεις καρποφορήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καρποφορήσει
εμείς έχουμε καρποφορήσει
εσείς έχετε καρποφορήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καρποφορήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καρποφορήσει
εσύ είχες καρποφορήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καρποφορήσει
εμείς είχαμε καρποφορήσει
εσείς είχατε καρποφορήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καρποφορήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καρποφορήσει
εσύ θα έχεις καρποφορήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καρποφορήσει
εμείς θα έχουμε καρποφορήσει
εσείς θα έχετε καρποφορήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καρποφορήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) καρποφορείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) καρποφόρησε
(εσείς) καρποφορήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
καρποφορώντας / έχοντας καρποφορήσει
Απαρέμφατο
καρποφορήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.