to behead, decapitate, decollate
Πλήρης κλίση του ρήματος καρατομώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καρατομώ
εσύ καρατομείς
αυτός/αυτή/αυτό καρατομεί
εμείς καρατομούμε
εσείς καρατομείτε
αυτοί/αυτές/αυτά καρατομούν / καρατομούνε
Παρατατικός
εγώ καρατομούσα
εσύ καρατομούσες
αυτός/αυτή/αυτό καρατομούσε
εμείς καρατομούσαμε
εσείς καρατομούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά καρατομούσαν / καρατομούσανε
Αόριστος
εγώ καρατόμησα
εσύ καρατόμησες
αυτός/αυτή/αυτό καρατόμησε
εμείς καρατομήσαμε
εσείς καρατομήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά καρατόμησαν / καρατομήσαν / καρατομήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καρατομώ
εσύ θα καρατομείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καρατομεί
εμείς θα καρατομούμε
εσείς θα καρατομείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καρατομούν / θα καρατομούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καρατομήσω
εσύ θα καρατομήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καρατομήσει
εμείς θα καρατομήσουμε
εσείς θα καρατομήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καρατομήσουν / θα καρατομήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να καρατομήσω
εσύ να καρατομήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καρατομήσει
εμείς να καρατομήσουμε
εσείς να καρατομήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καρατομήσουν / καρατομήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω καρατομήσει
εσύ έχεις καρατομήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καρατομήσει
εμείς έχουμε καρατομήσει
εσείς έχετε καρατομήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καρατομήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καρατομήσει
εσύ είχες καρατομήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καρατομήσει
εμείς είχαμε καρατομήσει
εσείς είχατε καρατομήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καρατομήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καρατομήσει
εσύ θα έχεις καρατομήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καρατομήσει
εμείς θα έχουμε καρατομήσει
εσείς θα έχετε καρατομήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καρατομήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) καρατομείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) καρατόμησε
(εσείς) καρατομήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καρατομούμαι
εσύ καρατομείσαι
αυτός/αυτή/αυτό καρατομείται
εμείς καρατομούμαστε
εσείς καρατομείστε
αυτοί/αυτές/αυτά καρατομούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό καρατομούνταν / καρατομείτο
εμείς καρατομούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καρατομούνταν / καρατομούντο
Αόριστος
εγώ καρατομήθηκα
εσύ καρατομήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό καρατομήθηκε
εμείς καρατομηθήκαμε
εσείς καρατομηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά καρατομήθηκαν / καρατομηθήκαν / καρατομηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καρατομούμαι
εσύ θα καρατομείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα καρατομείται
εμείς θα καρατομούμαστε
εσείς θα καρατομείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καρατομούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καρατομηθώ
εσύ θα καρατομηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καρατομηθεί
εμείς θα καρατομηθούμε
εσείς θα καρατομηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καρατομηθούν / θα καρατομηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να καρατομηθώ
εσύ να καρατομηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να καρατομηθεί
εμείς να καρατομηθούμε
εσείς να καρατομηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να καρατομηθούν / καρατομηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω καρατομηθεί
εσύ έχεις καρατομηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει καρατομηθεί
εμείς έχουμε καρατομηθεί
εσείς έχετε καρατομηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καρατομηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καρατομηθεί
εσύ είχες καρατομηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε καρατομηθεί
εμείς είχαμε καρατομηθεί
εσείς είχατε καρατομηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καρατομηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καρατομηθεί
εσύ θα έχεις καρατομηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καρατομηθεί
εμείς θα έχουμε καρατομηθεί
εσείς θα έχετε καρατομηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καρατομηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) καρατομείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) καρατομήσου
(εσείς) καρατομηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
καρατομώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας καρατομήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
καρατομούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
καρατομημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
καρατομήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
καρατομηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.