to cannibalise (UK), cannibalize (US), eat human meat
Πλήρης κλίση του ρήματος κανιβαλίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κανιβαλίζω
εσύ κανιβαλίζεις
αυτός/αυτή/αυτό κανιβαλίζει
εμείς κανιβαλίζουμε
εσείς κανιβαλίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά κανιβαλίζουν / κανιβαλίζουνε
Παρατατικός
εγώ κανιβάλιζα
εσύ κανιβάλιζες
αυτός/αυτή/αυτό κανιβάλιζε
εμείς κανιβαλίζαμε
εσείς κανιβαλίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά κανιβάλιζαν / κανιβαλίζαν / κανιβαλίζανε
Αόριστος
εγώ κανιβάλισα
εσύ κανιβάλισες
αυτός/αυτή/αυτό κανιβάλισε
εμείς κανιβαλίσαμε
εσείς κανιβαλίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κανιβάλισαν / κανιβαλίσαν / κανιβαλίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κανιβαλίζω
εσύ θα κανιβαλίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κανιβαλίζει
εμείς θα κανιβαλίζουμε
εσείς θα κανιβαλίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κανιβαλίζουν / θα κανιβαλίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κανιβαλίσω
εσύ θα κανιβαλίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κανιβαλίσει
εμείς θα κανιβαλίσουμε
εσείς θα κανιβαλίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κανιβαλίσουν / θα κανιβαλίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κανιβαλίσω
εσύ να κανιβαλίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κανιβαλίσει
εμείς να κανιβαλίσουμε
εσείς να κανιβαλίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κανιβαλίσουν / κανιβαλίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κανιβαλίσει
εσύ έχεις κανιβαλίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κανιβαλίσει
εμείς έχουμε κανιβαλίσει
εσείς έχετε κανιβαλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κανιβαλίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κανιβαλίσει
εσύ είχες κανιβαλίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κανιβαλίσει
εμείς είχαμε κανιβαλίσει
εσείς είχατε κανιβαλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κανιβαλίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κανιβαλίσει
εσύ θα έχεις κανιβαλίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κανιβαλίσει
εμείς θα έχουμε κανιβαλίσει
εσείς θα έχετε κανιβαλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κανιβαλίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κανιβάλιζε
(εσείς) κανιβαλίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κανιβάλισε
(εσείς) κανιβαλίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κανιβαλίζοντας / έχοντας κανιβαλίσει
Απαρέμφατο
κανιβαλίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.