Κλίση του ρήματος κανακεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κανακεύω
to mollycoddle, mother
Πλήρης κλίση του ρήματος κανακεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κανακεύω
εσύ κανακεύεις
αυτός/αυτή/αυτό κανακεύει
εμείς κανακεύουμε
εσείς κανακεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά κανακεύουν / κανακεύουνε

Παρατατικός

εγώ κανάκευα
εσύ κανάκευες
αυτός/αυτή/αυτό κανάκευε
εμείς κανακεύαμε
εσείς κανακεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά κανάκευαν / κανακεύαν / κανακεύανε

Αόριστος

εγώ κανάκεψα
εσύ κανάκεψες
αυτός/αυτή/αυτό κανάκεψε
εμείς κανακέψαμε
εσείς κανακέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά κανάκεψαν / κανακέψαν / κανακέψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κανακεύω
εσύ θα κανακεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κανακεύει
εμείς θα κανακεύουμε
εσείς θα κανακεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κανακεύουν / θα κανακεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κανακέψω
εσύ θα κανακέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κανακέψει
εμείς θα κανακέψουμε
εσείς θα κανακέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κανακέψουν / θα κανακέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κανακέψω
εσύ να κανακέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να κανακέψει
εμείς να κανακέψουμε
εσείς να κανακέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κανακέψουν / κανακέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κανακέψει
εσύ έχεις κανακέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κανακέψει
εμείς έχουμε κανακέψει
εσείς έχετε κανακέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κανακέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κανακέψει
εσύ είχες κανακέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κανακέψει
εμείς είχαμε κανακέψει
εσείς είχατε κανακέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κανακέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κανακέψει
εσύ θα έχεις κανακέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κανακέψει
εμείς θα έχουμε κανακέψει
εσείς θα έχετε κανακέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κανακέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κανάκευε
(εσείς) κανακεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κανάκεψε / κανάκευ'
(εσείς) κανακέψτε / κανακεύτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κανακεύομαι
εσύ κανακεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κανακεύεται
εμείς κανακευόμαστε
εσείς κανακεύεστε / κανακευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κανακεύονται

Παρατατικός

εγώ κανακευόμουν / κανακευόμουνα
εσύ κανακευόσουν / κανακευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κανακευόταν / κανακευότανε
εμείς κανακευόμασταν / κανακευόμαστε
εσείς κανακευόσασταν / κανακευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κανακεύονταν / κανακευόντουσαν

Αόριστος

εγώ κανακεύτηκα
εσύ κανακεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό κανακεύτηκε
εμείς κανακευτήκαμε
εσείς κανακευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κανακεύτηκαν / κανακευτήκαν / κανακευτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κανακεύομαι
εσύ θα κανακεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κανακεύεται
εμείς θα κανακευόμαστε
εσείς θα κανακεύεστε / θα κανακευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κανακεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κανακευτώ
εσύ θα κανακευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κανακευτεί
εμείς θα κανακευτούμε
εσείς θα κανακευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κανακευτούν / θα κανακευτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κανακευτώ
εσύ να κανακευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να κανακευτεί
εμείς να κανακευτούμε
εσείς να κανακευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κανακευτούν / κανακευτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κανακευτεί
εσύ έχεις κανακευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κανακευτεί
εμείς έχουμε κανακευτεί
εσείς έχετε κανακευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κανακευτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κανακευτεί
εσύ είχες κανακευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κανακευτεί
εμείς είχαμε κανακευτεί
εσείς είχατε κανακευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κανακευτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κανακευτεί
εσύ θα έχεις κανακευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κανακευτεί
εμείς θα έχουμε κανακευτεί
εσείς θα έχετε κανακευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κανακευτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) κανακεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κανακέψου
(εσείς) κανακευτείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κανακεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας κανακέψει

Μετοχή παρακειμένου

κανακεμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

κανακέψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

κανακευτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.