to camouflage
Πλήρης κλίση του ρήματος καμουφλάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καμουφλάρω
εσύ καμουφλάρεις
αυτός/αυτή/αυτό καμουφλάρει
εμείς καμουφλάρουμε
εσείς καμουφλάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά καμουφλάρουν / καμουφλάρουνε
Παρατατικός
εγώ καμουφλάριζα
εσύ καμουφλάριζες
αυτός/αυτή/αυτό καμουφλάριζε
εμείς καμουφλάραμε
εσείς καμουφλάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά καμουφλάριζαν / καμουφλάραν / καμουφλάρανε
Αόριστος
εγώ καμουφλάρισα
εσύ καμουφλάρισες
αυτός/αυτή/αυτό καμουφλάρισε
εμείς καμουφλάραμε
εσείς καμουφλάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά καμουφλάρισαν / καμουφλάραν / καμουφλάρανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καμουφλάρω
εσύ θα καμουφλάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καμουφλάρει
εμείς θα καμουφλάρουμε
εσείς θα καμουφλάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καμουφλάρουν / θα καμουφλάρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καμουφλάρω
εσύ θα καμουφλάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καμουφλάρει
εμείς θα καμουφλάρουμε
εσείς θα καμουφλάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καμουφλάρουν / θα καμουφλάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να καμουφλάρω
εσύ να καμουφλάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να καμουφλάρει
εμείς να καμουφλάρουμε
εσείς να καμουφλάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καμουφλάρουν / καμουφλάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω καμουφλάρει
εσύ έχεις καμουφλάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καμουφλάρει
εμείς έχουμε καμουφλάρει
εσείς έχετε καμουφλάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καμουφλάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καμουφλάρει
εσύ είχες καμουφλάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καμουφλάρει
εμείς είχαμε καμουφλάρει
εσείς είχατε καμουφλάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καμουφλάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καμουφλάρει
εσύ θα έχεις καμουφλάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καμουφλάρει
εμείς θα έχουμε καμουφλάρει
εσείς θα έχετε καμουφλάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καμουφλάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) καμουφλάριζε
(εσείς) καμουφλάρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) καμουφλάρισε
(εσείς) καμουφλάρετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καμουφλάρομαι
εσύ καμουφλάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό καμουφλάρεται
εμείς καμουφλαριζόμαστε
εσείς καμουφλάρεστε / καμουφλαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καμουφλάρονται
Παρατατικός
εγώ καμουφλαριζόμουν / καμουφλαριζόμουνα
εσύ καμουφλαριζόσουν / καμουφλαριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό καμουφλαριζόταν / καμουφλαριζότανε
εμείς καμουφλαριζόμασταν / καμουφλαριζόμαστε
εσείς καμουφλαριζόσασταν / καμουφλαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καμουφλάρονταν / καμουφλαριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ καμουφλαρίστηκα
εσύ καμουφλαρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό καμουφλαρίστηκε
εμείς καμουφλαριστήκαμε
εσείς καμουφλαριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά καμουφλαρίστηκαν / καμουφλαριστήκαν / καμουφλαριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καμουφλάρομαι
εσύ θα καμουφλάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα καμουφλάρεται
εμείς θα καμουφλαριζόμαστε
εσείς θα καμουφλάρεστε / θα καμουφλαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καμουφλάρονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καμουφλαριστώ
εσύ θα καμουφλαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καμουφλαριστεί
εμείς θα καμουφλαριστούμε
εσείς θα καμουφλαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καμουφλαριστούν / θα καμουφλαριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να καμουφλαριστώ
εσύ να καμουφλαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να καμουφλαριστεί
εμείς να καμουφλαριστούμε
εσείς να καμουφλαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να καμουφλαριστούν / καμουφλαριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω καμουφλαριστεί
εσύ έχεις καμουφλαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει καμουφλαριστεί
εμείς έχουμε καμουφλαριστεί
εσείς έχετε καμουφλαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καμουφλαριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καμουφλαριστεί
εσύ είχες καμουφλαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε καμουφλαριστεί
εμείς είχαμε καμουφλαριστεί
εσείς είχατε καμουφλαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καμουφλαριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καμουφλαριστεί
εσύ θα έχεις καμουφλαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καμουφλαριστεί
εμείς θα έχουμε καμουφλαριστεί
εσείς θα έχετε καμουφλαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καμουφλαριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) καμουφλάρεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) καμουφλαρίσου
(εσείς) καμουφλαριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
καμουφλάροντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας καμουφλάρει
Μετοχή παρακειμένου
καμουφλαρισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
καμουφλάρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
καμουφλαριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.