Κλίση του ρήματος καλωσορίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

καλωσορίζω
to welcome (a person)
Πλήρης κλίση του ρήματος καλωσορίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καλωσορίζω
εσύ καλωσορίζεις
αυτός/αυτή/αυτό καλωσορίζει
εμείς καλωσορίζουμε
εσείς καλωσορίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά καλωσορίζουν / καλωσορίζουνε

Παρατατικός

εγώ καλωσόριζα
εσύ καλωσόριζες
αυτός/αυτή/αυτό καλωσόριζε
εμείς καλωσορίζαμε
εσείς καλωσορίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά καλωσόριζαν / καλωσορίζαν / καλωσορίζανε

Αόριστος

εγώ καλωσόρισα
εσύ καλωσόρισες
αυτός/αυτή/αυτό καλωσόρισε
εμείς καλωσορίσαμε
εσείς καλωσορίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά καλωσόρισαν / καλωσορίσαν / καλωσορίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καλωσορίζω
εσύ θα καλωσορίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καλωσορίζει
εμείς θα καλωσορίζουμε
εσείς θα καλωσορίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καλωσορίζουν / θα καλωσορίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καλωσορίσω
εσύ θα καλωσορίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καλωσορίσει
εμείς θα καλωσορίσουμε
εσείς θα καλωσορίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καλωσορίσουν / θα καλωσορίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καλωσορίσω
εσύ να καλωσορίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καλωσορίσει
εμείς να καλωσορίσουμε
εσείς να καλωσορίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καλωσορίσουν / καλωσορίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καλωσορίσει
εσύ έχεις καλωσορίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καλωσορίσει
εμείς έχουμε καλωσορίσει
εσείς έχετε καλωσορίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καλωσορίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καλωσορίσει
εσύ είχες καλωσορίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καλωσορίσει
εμείς είχαμε καλωσορίσει
εσείς είχατε καλωσορίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καλωσορίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καλωσορίσει
εσύ θα έχεις καλωσορίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καλωσορίσει
εμείς θα έχουμε καλωσορίσει
εσείς θα έχετε καλωσορίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καλωσορίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) καλωσόριζε
(εσείς) καλωσορίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) καλωσόρισε
(εσείς) καλωσορίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

καλωσορίζοντας / έχοντας καλωσορίσει

Απαρέμφατο

καλωσορίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.